Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Η ΡΕΝΤΙΝΑ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ...

   Ένα ιστορικολαογραφικό χρονικό για την ΡΕΝΤΙΝΑ ΑΓΡΑΦΩΝ…
             «Η Ρεντίνα των Αγράφων στους αιώνες»   
        Ένα  βιβλίο για την πορεία της Ρεντίνας μέσα στον χρόνο.
 Είναι μια πολύπλευρη παρουσίαση της παράδοσης, της κοινωνίας, της κουλτούρας και της πολιτιστικής κληρονομιάς από τα παλιά μέχρι σήμερα, της πανέμορφης Ρεντίνας  -   αρχόντισσας των Αγράφων.
    

Επιλεγμένα αποσπάσματα...

από την δεύτερη συμβολή στην ιστορία της, μέσα από τις γραμμές του βιβλίου μου  "ΡΕΝΤΙΝΑ-Η αρχόντισσα των Αγράφων στους αιώνες"

ΡΕΝΤΙΝΑ ΑΓΡΑΦΩΝ- Ένα οδοιπορικό στον τόπο και το χρόνο


«ΡΕΝΤΙΝΑ μου αγαπημένη, για σε ’νανε αυτά όλα θέλησα να γράφω και στην αιωνιότητα να σε ξαναπεράσω!»
 

Εικόνες από την Ρεντίνα


ΩΔΗ στην αιώνια Ρεντίνα


              Ρεντίνα μου ξακουστή και των Αγράφων λουλούδι
        μέσ’ απ’ τα φυλλοκάρδια μου σου γράφω ένα τραγούδι,
        το ’γραψα για να το τραγουδούν τα χρόνια κι οι αιώνες
        να μείνει σαν τ’ αγάλματα και τις μαρμαροκολόνες.
             Ρεντίνα μου …σ’ έχουν πει μεγάλη φτωχομάνα,
        μα εγώ σε λέω αρχόντισσα, χρυσή με μάτια πλάνα!


Η Ρεντίνα των Αγράφων στους αιώνες


                                                                     Και μόνο να σε στοχαστώ
                                                                     χωριό μου αψηλώνω.
Μια μακραίωνη ιστορία…

     Η ιστορία της Ρεντίνας χάνεται στα βάθη των αιώνων, όπως μαρτυρούν τα ερείπια των τειχών της αρχαίας πόλης των Δολόπων. Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι η Ρεντίνα είναι κτισμένη κοντά στη θέση της αρχαίας Αγγείας.
     Πρωταγωνιστικός ήταν ο ρόλος της Ρεντίνας κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, αφού υπήρξε ένα από τα πλούσια και δραστήρια χωριά των Αγράφων, η «αρχόντισσα» και η μεγαλύτερη κωμόπολη.
     Κατά τον Άγγλο περιηγητή Λήκ η Ρεντίνα ήταν έδρα της Δημογεροντίας των Αγράφων με 450 σπίτια και κυριότερη κώμη της περιοχής.

Οδοιπορικό στο χώρο και τον χρόνο

     Η Ρεντίνα έχει μια μακραίωνη παρουσία μέσα στον ιστορικό χρόνο, αλλά και όχι μόνο. Οι ρίζες της ανατρέχουν στην εποχή που η ιστορία έγινε μύθος και ο μύθος έγινε θρύλος. Η προφορική παράδοση που αποτελούσε κάποτε την ιστορική καταγραφή, ιστορίες και διηγήσεις δεν πρέπει να χαθούν στην σφαίρα της λήθης.
     Στον μικρό και με ξεχωριστή ομορφιά περήφανο αυτόν τόπο του Αγραφιώτικου κύκλου, μέσα στον οποίον στα αρχαία χρόνια υπήρξε και άκμαζε μια προϊστορική πόλη η Αγγεία των Δολόπων, είναι χτισμένη η σημερινή κωμόπολη Ρεντίνα-η Αρχόντισσα των Αγράφων, που πορεύεται στο ποτάμι του χρόνου αιώνες τώρα, κουβαλώντας πλούσια ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά.
     Τόσο από την Αγγεία των Δολόπων όσο και από την Ρεντίνα των Αγράφων, της Τουρκοκρατίας και της Εθνικής Αντίστασης, τα ματωμένα χώματα αυτού του τόπου, γνώρισαν μέρες μεγάλης δόξας και λαμπρύνθηκαν από τα έργα των κατοίκων.
     Ξεδιπλώνοντας την ιστορία αυτού του δοξασμένου τόπου και κάνοντας βουτιά στις αναμνήσεις, δίνουμε μοναδικές πληροφορίες και περιγραφές για κάθε τι που τον συγκροτεί και τον στολίζει.
     Ιστορούμε τη διαδρομή της από παλιά μέχρι σήμερα και περιγράφουμε αξιόπιστα ατέλειωτες εικόνες, που αφορούν το τότε και το τώρα, το χθες και το σήμερα. Την αλλιώτικη αυτή γωνιά, τον τόπο που όσοι τον έζησαν τον αγάπησαν σίγουρα, γιατί κάτι πιο πάνω, κάτι πιο πέρα είναι λειτουργία ζωντανών χρωμάτων και αισθήσεων.
     Στους παλιούς που φύτρωσαν σε τούτα τα χώματα, αυτές οι εικόνες ασφαλώς θα είναι χαραγμένες βαθιά μες την ψυχή τους και στην ανάμνηση τους κάποιος κόμπος θα ξεφύγει από τα στήθη τους και θα ανεβαίνει στον λαιμό τους.
     Στους νέους θα προσφέρουν γνώση και θαυμασμό για τα γενόμενα, αλλά και κάποια απορία, αν τέτοια ήταν η ζωή, τα σωτήρια εκείνα χρόνια.
     Όσα περιέχονται σε αυτό το βιβλίο, αποτελούν πολύτιμη παρακαταθήκη και διαχρονική αναφορά (αναδρομή) στις ρίζες μας. Από τον αδαπάνητο αυτό θησαυρό των στοιχείων της ιστορίας και της παράδοσης του χωριού και της ευρύτερης περιοχής των Αγράφων, αντλήσαμε το υλικό για την συγγραφή αυτού του βιβλίου. Κατάθεση κι ένα μικρό λιθαράκι μνήμης στο πολύχρωμο ψηφιδωτό του Αγραφιώτικου χώρου είναι το βιβλίο τούτο.
     Η ιστορία και η παράδοση αυτή βασίστηκε στις μνήμες, που διασπούν το φράγμα των αιώνων και φθάνουν μέχρι το σήμερα. Φύση ιδιαίτερα συντηρητική ο Αγραφορεντινιώτης δεν αλλάζει εύκολα την βαθιά ριζωμένη παράδοση του, τις συνήθειες, τους θεσμούς του. Όμως, αυτή η προσήλωση του στο παρελθόν, στα ιερά και τα όσια, στις αξίες τις ελληνικές, αυτά βοήθησαν να γίνει και να παραμείνει στους αιώνες «προπύργιο» του Ελληνισμού, στο τμήμα εκείνο του κέντρου της Ελλάδας, που η ιστορία το έταξε.
     Η Ρεντίνα, όμως δεν είναι μονάχα τόπος με γοητείες και θέλγητρα, είναι θρησκευτικό και ιστορικό προσκύνημα με το μοναστήρι και τις παλιές εκκλησίες της, σήμερα σεμνύνεται ακόμη, για τις γενιές του απώτερου και του πρόσφατου παρελθόντος, που κληροδότησαν τιμή και μνήμη εξαίρετης δράσης και περιφανών πράξεων.
     Λέγεται πως από τον παλιό καιρό ακούστηκε για την ιστορία της, πως πρόκοψε σαν κεφαλοχώρι, γέννησε κιόλας ανθρώπους, που ’ ναι πάντα χρειαζούμενοι για να βαστιέται τ’ όνομα ενός τόπου ακατάλυτο.
     Κοντά σ’ αυτά λέγεται ακόμα, πράγμα που μπορεί κανείς μα το διαπιστώσει και σήμερα, πως οι Ρεντινιώτες ανέκαθεν ήταν σεμνοί, συνάμα περήφανοι, καλότροποι, συνετοί και καλοί πατριώτες.
     Τα εκατοντάδες χρόνια που κύλησαν αποκαλύπτουν την σεμνή αισθητική, αυτή που υπαγορεύθηκε από τις μετρημένες γραμμές των βουνών, με τις υπέροχες κλίσεις στις πλαγιές τους, τη λεπτότητα που τα ρέματα σμιλεύουν στο διάβα τους προς τον καρποφόρο Θεσσαλικό κάμπο, την υπομονή των δένδρων που κυριεύουν όλο τον τόπο.
     Ακόμη τα σπίτια, οι δρόμοι, οι πλατείες και οι βρύσες, όλα τα έργα των ανθρώπων, όλα όσα πέρασαν από τα χέρια τους, υλικά του τόπου τους γεννήματα ήταν, με την ίδια δροσιά πορεύτηκαν, τον ίδιο αέρα ανάσαιναν.
     Απ’ εδώ λοιπόν, απ’ αυτό το χωριό, το στεφανωμένο απ’ τα άγρια βουνά, ξεκίνησε τόσος θρύλος. Πίσω απ’ τα βουνά αυτά, τα πανύ-ψηλα, είναι ο μεγάλος κόσμος.
     Σε τούτο τον τόπο και τα πετροχώματα, που άνθησε η λευτεριά και ζωντάνεψε διαχρονικά ένα πλούσιο σε μνήμες παρελθόν, απομένει χώρος μιας ατέλειωτης ομορφιάς που δεν έχει όρια.
     Η Ρεντίνα λοιπόν από χρόνια ανιστόρητα, στέκει στη δύνη των κύκλων του χρόνου πάντα περήφανα ψηλά στα Άγραφα, αγέρωχη και αιώνια, καμαρώνοντας για τα περασμένα και διηγείται τους πόθους και τα όνειρα όλων που ήρθαν, πέρασαν, θα έλθουν, θα περάσουν, θα διαβούν.



    

Προϊστορικοί χρόνοι- Μυθολογία


Στα πολύ παλιά χρόνια- η γενεαλογία μας

     Στο κέντρο της χώρας των Ελλήνων ο κύκλος του χρόνου και των εποχών, σχημάτισε ένα πολυγωνικό χώρο την Θεσσαλία. Στο πολύ-γωνο τούτο χώρεσαν λαοί, πολιτισμοί, η ακμή και η παρακμή. Χώρεσαν τα πάντα.
     Η Θεσσαλική γη, αυτή η ευλογημένη, καθώς ήταν από τις θεότητες της φύσης, φιλοξένησε θεούς, ημίθεους, γενάρχες, ήρωες και απλούς θνητούς, ενέπνευσε τους ωραιότερους μύθους και έγραψε τις δυνατότερες ιστορίες.
     Στην Θεσσαλία βρίσκονται ο Όλυμπος, ο τόπος που έγινε η Τιτανομαχία, η οποία κατέληξε στην επικράτηση του Δωδεκαθέου, ήταν δε οι κορυφές του κατοικία του Δία και των αρχαίων θεών, που διαφέ-ντευαν τις μοίρες των αρχαίων Ελλήνων και η Πίνδος που στην αρχαιότητα θεωρείτο ιερό όρος, αφιερωμένο στον Απόλλωνα και σύμφωνα με την ιστορία, είναι η πρώτη κοιτίδα του Ελληνισμού.
     Το όνομα Πίνδος το πήρε από τον ομώνυμο ήρωα, γιο του Μακεδόνα, που είχε τρία παιδιά. Τα δύο από αυτά φθονούσαν τον αδελφό τους Πίνδο και αυτός προκειμένου να σώσει την ζωή του έφυγε στο βουνό.
     Ο Πίνδος στις ατέλειωτες περιπλανήσεις ζούσε με το κυνήγι, συνάντησε δε και γνωρίστηκε με ένα ανθρωπόμορφο δράκο τον Λύγγο και ζούσαν παρέα. Τα αδέλφια του όμως ανακάλυψαν τον τόπο πού έμενε και κάποτε που έλειπε ο δράκος, έφθασαν και κατόρθωσαν να τον εξοντώσουν. Ο δράκος θρήνησε τον Πίνδο και τον έθαψε στο βουνό αυτό.
     Η Θεσσαλία σαν περιοχή παρουσιάζει σημαντικό ιστορικό ενδιαφέρον και αιώνια ομορφιά. Έχει να επιδείξει μια ολόκληρη σειρά από φυλές και πολιτισμούς, που δημιουργήθηκαν και έζησαν σ’ αυτή.
     Θεωρείται λίκνο ακόμη των Ελληνικών φυλών και κατοικία των πρώτων Ελλήνων, όπου οι μοναδικές φυσικές ομορφιές της και οι αρχαιότητες, προσδίδουν στην Θεσσαλική γη αίγλη, ανάλογη της λαμπρής της ιστορίας.
     Κορμός της Ελλάδας η Θεσσαλία, με τα εύφορα εδάφη, τα ποτάμια, τα δασωμένα βουνά και τις άφθονες πηγές, κατοικείται από τα πανάρχαια χρόνια.
     Κατά τους κλασικούς χρόνους η Θεσσαλία περιελάμβανε τέσσερες κύριες φυλετικές περιοχές (τετραρχίες), την Πελασγιώτιδα, την Θεσσαλιώτιδα, την Φθιώτιδα και την Εστιαιώτιδα. Στους πρώιμους δε ιστορικούς χρόνους οι κάτοικοι της Θεσσαλοί, ελληνικό φύλλο αρχικά εγκατεστημένο στην οροσειρά της Πίνδου. Πριν ακόμη από την εγκατάσταση αυτών προγενέστερα ελληνικά φύλλα Μινύες, Λαππιθείς, Μαγνήτες, Αχαιοί και Μαλλιείς κατοικούσαν την περιοχή.
     Πιο πριν ακόμη από την εγκατάσταση αυτών των ελληνικών φύλων, την περιοχή αυτή της Παλιάς Ελλάδας την κατοικούσαν άλλα προωτελληνικά φύλλα όπως, οι Δόλοπες, Αθαμάνες,  οι Μυρμιδόνες και οι Φθίοι και κατά τον Θεσσαλικό μυθολογικό κύκλο, προ αυτών κατά τους προϊστορικούς χρόνους οι πανάρχαιοι Προέλληνες Πελασγοί, Λέλεγες και Κάρες.
     Η προέλευση του ονόματος Θεσσαλία συνδέεται με τον μυθικό ήρωα τον Θετταλό, γιο του Αίμονα. Κατά τους μυθικούς χρόνους άρχοντας της Θεσσαλίας μνημονεύεται ο Άδμητος, βασιλιάς των Φερ-ρών, αυτού του Άδμητου ήταν τα βόδια που έβοσκε ο Απόλλων, προς τιμωρία για τον φόνο των Κυκλώπων.
     Από τον κήπο της υπέροχης Μυθολογίας που θέλησαν να μας αφήσουν, οι φίλοι και αληθινοί πρόγονοί μας οι Έλληνες, ένα μεγάλο κομμάτι της μυθολογίας και της ιστορίας αναφέρει με την έξοχη αφηγηματική του στην περίφημη «Θεογονία» ο Ησίοδος, ότι πριν από χιλιετίες οι Πελασγοί, κοινό όνομα όλων των προϊστορικών και προκατακλυσμιαίων Ελληνικών φύλων, ήταν ο πανάρχαιος και πρωτοελληνικός λαός, που εγκαταστάθηκε και πρωτοκατοίκησε εδώ στην Θεσσαλία και απετέλεσε την Προελληνική ή Πελασγική Ελλάδα.
     Ο γενάρχης Πελασγός γιος του Δία και της Νιόβης και πατέρας του Λυκάνοα, που οι γιοι του θυσίασαν μυστικά τον αδελφό τους Νύκτιμο και τον κομμάτιασαν για να τον φτιάξουν σούπα, την οποία και προσέφεραν στον Δία, που είχε μεταμορφωθεί σε φτωχό ταξιδιώτη. Ο Δίας όμως δεν εξαπατήθηκε και η οργή του για τον ξεπεσμό των ανθρώπων ήταν τόσο μεγάλη, επιστρέφοντας στον Όλυμπο αποφάσισε να στείλει ένα μεγάλο κατακλυσμό.
     Ο Προμηθέας που έμαθε τι σχεδιάζει ο Δίας, ειδοποίησε τον γιο του Δευκαλίωνα, για το τι επρόκειτο να συμβεί και τον συμβούλεψε να φτιάξει μια κιβωτό. Έτσι μετά τον μεγάλο κατακλυσμό στην γη, που έπνιξε τους ανθρώπους, σώθηκε μόνο ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα.
     Ο Προμηθέας ήταν γιος του Τιτάνα Ιαπετού που ζευγάρωσε με την ωραία Κλυμένη κόρη του Ωκεανού, από το σμίξιμο τούτο γέννησαν τους Τιτάνες, τον ατρόμητο Άτλαντα, τον υπερφίαλο Μενοίτιο, τον επινοητικό Προμηθέα και τον μπερδεμένο (που μαθαίνει εκ των υστέρων) Επιμηθέα. Όταν δε ο Δίας κυριάρχησε, τον Άτλαντα τον έβαλε στην Δύση να βαστά στους ώμους του τον ουρανό, τον Προμηθέα τον κάρφωσε στην Ανατολή και τον Μενοίτιο τον πέταξε με μια αστραπή στα τάρταρα της αβύσσου.
     Ο Προμηθέας θεωρείτο μεγάλος ευεργέτης του ανθρωπίνου γένους, γιατί έκλεψε την φωτιά από τους θεούς και την έδωσε στους ανθρώπους. Για την κλοπή αυτή τιμωρήθηκε από τον Δία που έδωσε εντολή στον Ήφαιστο και τον κάρφωσε με αλυσίδες σε ένα βράχο του Καυκάσου, όπου ένας αετός ερχόταν κάθε μέρα και του έτρωγε το συκώτι, το οποίο όμως αναγεννιόταν. Τελικά τον Προμηθέα απελευθέρωσε από το μαρτύριο του ο ημίθεος Ηρακλής.
     Ο Δευκαλίων έγινε βασιλιάς της Φθίας, μιας περιοχής στην Θεσσαλία και είχε γυναίκα του την Πύρρα κόρη του Επιμηθέα και της Πανδώρας, με την οποία απέκτησε τα παιδιά, τον Έλληνα, τον Αμφικτύωνα, την Πρωτογένεια, την Μελανθώ, την Θυία και την Πανδώρα.
     Η Πανδώρα η μητέρα της Πύρρας κατά την Ελληνική μυθολογία, ήταν η πρώτη γυναίκα που έπλασαν οι θεοί και την προίκισαν με δώρα. Η Αφροδίτη της χάρισε ομορφιά, ο Ερμής γοητεία και οι άλλοι άλλα χαρίσματα, της έδωσαν δε για σύζυγο της τον Επιμηθέα, τον απλοϊκό αδελφό τού Προμηθέα, που είχε κλέψει τη φωτιά από το Όλυμπο για χάρη των ανθρώπων.
     Ο Προμηθέας προβλέποντας την εκδίκηση των Θεών, συνέστησε στον αδελφό του να μην δεχτεί τα δώρα τους. Την ημέρα του γάμου του Επιμηθέα και της Πανδώρας, ο Δίας χάρισε στο νέο ζευγάρι ένα πανέμορφο κουτί με σφραγισμένο άνοιγμα και με την εντολή να μην το ανοίξουν ποτέ.
     Η Πανδώρα, αν και ήταν προικισμένη με όλα τα χαρίσματα, πίστεψε ότι μέσα στο κουτί, υπήρχαν δυνάμεις εξ ίσου με την φωτιά και το άνοιξε για να τις γνωρίσει. Οι δυνάμεις που πίστευε ότι βρισκόταν κλεισμένες μέσα στο κουτί αποδείχτηκαν καταστροφικές, αφού αρρώστιες και συμφορές ξεπήδησαν από μέσα και σκορπίστηκαν ανάμεσα στους ανθρώπους, έτσι η φιλοδοξία και η περιέργεια της Πανδώρας, οδήγησε στην τραγωδία του ανθρωπίνου γένους και μόνο η ελπίδα απόμεινε ως αντιστάθμισμα μέσα από το κουτί.
     Κατά τον μύθο μετά τον κατακλυσμό, ρουθούνι ζωντανό δεν απόμεινε από το ανθρώπινο γένος με κείνη  τη νεροποντή. Να κάτσει η Πύρρα να ξαναγεννήσει μια ολόκληρη ανθρωπότητα, πολύ πήγαινε. Ρώτησαν λοιπόν ο Δευκαλίων και η Πύρρα τον Δία, πως θα γίνει να ξαναγιομίσει ο κόσμος από ανθρώπινα πλάσματα. Αυτός τους απάντησε μ’ έναν γρίφο: «Να ρίξετε, είπε, πίσω σας τα κόκαλα της μάνας σας». Οι αρχαίοι θεοί κάθε φορά που θέλανε να μιλήσουν με τους ανθρώπους, όλο με τέτοια παραμαντέματα τους παιδεύανε. Αυτοί, μάθανε πια τούτη την ιδιοτροπία των θεών και συνηθίσανε.
     Κοίταξαν χάμω τις πέτρες, συλλογίστηκαν πως η Γη είναι η μάνα των ανθρώπων και οι πέτρες τα κόκαλα τους. Γιόμισαν λοιπόν την ποδιά τους λιθάρια και τα ρίχνανε πίσω από την πλάτη τους. Θάμα!  όσες πέτρες έριχνε ο Δευκαλίων γινόταν άντρες και εκείνες που έριχνε η Πύρρα γινόταν γυναίκες. Έτσι έγινε ένας νέος λαός, άσχετος με τους καθαυτό απογόνους του Δευκαλίωνα και της Πύρρας.
     Από τον Έλληνα γιο του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, κατά την μυθολογία δημιουργήθηκε η Ελληνική φυλή, αυτός απέκτησε με την νύμφη Ορσηίδα τρεις γιους, τον Αίολο, τον Δώρο και τον Ξούθο τους πρώτους γενάρχες των Ελλήνων.
     Ο Αίολος βασίλεψε στην Θεσσαλία και οι κάτοικοι της ονομάστηκαν Αιολείς, ο Δώρος βασίλεψε στις περιοχές ανατολικά του Παρνασσού και οι κάτοικοι ονομάστηκαν Δωριείς και ο Ξούθος βασί-λεψε στην Πελοπόννησο, έκανε δε δύο γιους τον Αχαιό και τον Ίωνα από τους οποίους οι Αχαιοί και οι Ίωνες πήραν το όνομα τους.
     Στα επόμενα ιστορικά χρόνια ο μύθος και η ιστορία γίνονται ένα και η μυθολογία αυτή, γίνεται πραγματικό ιστορικό παραμύθι που συνεχίζεται.






    

Ιστορική αναδρομή


     Ένα συναρπαστικό ταξίδι στο χρόνο, στα μονοπάτια τής Ιστορίας και λίγα λόγια για την πολυτάραχη και μακραίωνη ιστορία, που κουβαλάει η Ρεντίνα και χάνεται στα βάθη των αιώνων.

Στην παλιά εποχή-τα Αρχαία χρόνια

     Έχουμε την τιμή ν’ ανήκουμε σ’ ένα λαό μεγάλο, που έζησε χιλιά-δες χρόνια πριν κι άφησε σε κάθε πτυχή της Ρεντινιώτικης γης ίχνη από το πέρασμα του. Τέτοια λείψανα υπάρχουν είναι ελάχιστα βέβαια και ασαφή, ικανά όμως να τονίσουν ότι η ζωή εδώ έχει βαθιά τις ρίζες της.
     Είναι απόλυτα βέβαιο, ότι στην περιοχή της Ρεντίνας, υπήρχαν στον πανάρχαιο αυτό τόπο, διάφοροι διάσπαρτοι οικισμοί οι οποίοι συνδέονταν μεταξύ τους. Αυτό μαρτυρούν τα διάσπαρτα αρχαιολογικά ευρήματα που σώζονται έως σήμερα, τα σημάδια, οι παραδόσεις, και τα τοπωνύμια.
     Μαρτυρίες δε των παλαιοτέρων καθώς σημάδια και διάφορα ευρήματα μαρτυρούν, ότι στο παρελθόν σε αρκετές περιοχές μέσα στα διοικητικά όρια της περιφέρειας του Δήμου Ρεντίνας, υπήρξαν κατά καιρούς οικισμοί με διάφορες ονομασίες, όπως Τσάτσα, Παλιχώρια, Κρυφό Χωριό και Αβλουβάς, οι οποίοι εγκαταλείφθηκαν από τους κατοίκους ή συνενώθηκαν με την πολυάνθρωπη κωμόπολη μας.
     Στην Ρεντίνα διασώζονται ερείπια προχριστιανικής πόλης του 3ου αιώνα ή και παλαιότερα. Πιο συγκεκριμένα στην νοτιοανατολική πλευρά της και σε σχετικά μικρή απόσταση από το χωριό, στο βάθος της κοιλάδας δίπλα στην Πηγή Βρωμόβρυση διακρίνονται ερείπια πόλης, με τείχος χονδροειδώς κτισμένο από πολύγωνες πέτρες, όπως τα τείχη των Δολόπων.
     Στην δε τοποθεσία Κοστάμπασι και στο τέλος του ρέματος της Χαλίκως (Μπουζόρεμα), διακρίνονται πέτρες τοποθετημένες η μία πάνω στην άλλη και λεηλατημένοι πια τάφοι και ανθρώπινα οστά, πιθανότατα ήταν αρχαίο νεκροταφείο.
     Ακόμη στο βάθος της κοιλάδας που βρίσκεται στα δυτικά της και στη θέση Παλιχώρια, υπάρχουν πάρα πολλά κεραμικά θραύσματα, ίχνη από αρχαία ερείπια νεκρόπολης προϊστορικής εποχής.
     Επίσης στο λόφο το λεγόμενο Παλιόκαστρο, που βρίσκεται έξω από το χωριό στο χαμηλότερο επίπεδό του, ανακαλύφθηκαν τάφοι με σιδερένιες αιχμές δοράτων, τεμάχια σπαθιών και πήλινα αγγεία. Σε άλλο επίπεδο βρέθηκε λαφυραγωγημένος τετράγωνος τάφος, από πέτρινες πλάκες και στην κορυφή του λόφου διασώζονται εμφανή ερείπια τείχους Πελασγικής εποχής, με πολυγωνικούς λίθους και θεμέλια Κάστρου.
     Στην περιοχή του Παλιόκαστρου έχουν βρεθεί ακόμη κατά καιρούς αρχαία νομίσματα, που αποτελούν σημαντικά ευρήματα και πρέπει να οδηγήσουν σε συστηματική έρευνα και ανασκαφή, για την ανάδειξη της τοπικής ιστορίας και των θησαυρών, που κρύβει μέσα της η γη της Ρεντίνας των Αγράφων.
     Το Παλιόκαστρο αποτελεί κορόνα του τόπου. Το χωριό πολλά έχει να ωφεληθεί, αν φτιάξει ένα τουριστικό δρόμο προς τον Παλιόκαστρο για να ’ναι εύκολα  επισκέψιμος και κάμει γνωστή τη σημασία του.
     Πέραν αυτών, στην περιοχή κάτω στη ρεματιά και στη θέση που τη λένε Κάστρο-Παναγιά, στο φυσικό πλάτωμα του λόφου, εκεί που βρί-σκεται το μικρό ξωκλήσι, ταμένο στην Παναγία, υπάρχουν μια μικρή τειχισμένη Ακρόπολη, με τμήματα τείχους και απομεινάρια ενός Πύργου, καθώς και στον δρόμο από την Ρεντίνα προς την Παλιά Γιαννιτσού, μια παραλληλόγραμμη βαθιά κατασκευή, που κατά πάσα πιθανότητα ήταν δεξαμενή νερού.
     Τα αρχαιολογικά αυτά ευρήματα των σωζόμενων ερειπίων μαρτυρούν ότι, πρόκειται για την Αγγεία, μεγάλη πόλη της χώρας της φυλής των Δολόπων, κατοίκων της περιοχής των Αγράφων κατά την αρχαιότητα, που χάθηκε μέσα στο χρόνο κατά τα πρώτα μετά Χριστόν χρόνια. Δεν είναι εξακριβωμένο που ακριβώς βρισκόταν η αρχαία Αγγεία, πιστεύεται όμως ότι το σημερινό χωριό είναι χτισμένο κοντά στην αρχαία πόλη.
     Οι πρώτοι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής, και τα όποια τυχαία αρχαιολογικά ευρήματα και ελάχιστα ιστορικά γραπτά, που ανάγονται στον Όμηρο και τον Θουκυδίδη, δείχνουν ότι κατά την αρχαιότητα ζούσαν οι Δόλοπες, οι Αγραίοι, οι Απεραντοί και οι Ευρυτάνες φύλλα συγγενικά με τους Ακαρνάνες και τους Θεσσαλούς, που αργότερα η τύχη τους συνδέεται με τους Αιτωλούς.
     Οι Δόλοπες, λαός ανυπότακτος, στον πόλεμο σκληροί, στον κατα-τρεγμό ανυπότακτοι, σκαρφάλωσαν για πρώτη φορά σε τούτα τα βουνά το 1500 π.Χ. Έτσι άρχισε μια ιστορία καινούργια.
     Κατοίκησαν τα μέρη αυτά, στα οποία ζούσαν προηγουμένως προελληνικά φύλλα όπως οι Πελασγοί. Η χώρα ονομάστηκε Δολοπία παίρνοντας το όνομα του μυθικού βασιλέα Δόλοπα, που θεωρείται γιος του Ερμή.
     Η Δολοπία κατά τον Όμηρο ήταν χώρα του Πηλέα. Οι Δόλοπες είχαν υποταγεί στον βασιλιά των Μυρμιδόνων τον Πηλέα, που διαφέντευε το χώρο στα ανατολικά του Τυμφρηστού, στην κοιλάδα του Σπερχειού και την νότια Θεσσαλία.
     Μόνο μια κατάσταση υποταγής στον Πηλέα δικαιολογεί, τον διορισμό του παιδαγωγού του γιου του Αχιλλέα, τον Φοίνικα, ενός ανθρώπου της αυλής του, στο αξίωμα να διοικεί τον λαό των Δολόπων.
     Ο γέρος Φοίνικας πήρε μέρος στον Τρωικό πόλεμο, υπό τις διατα-γές του νεαρού μαθητή του Αχιλλέα, οδηγώντας τους Δόλοπες με στόλο δέκα καραβιών, τον τέταρτο από τους πέντε λόχους των Μυρμιδόνων και των συμμάχων τους και με συνολική δύναμη πεντακοσίων πολεμιστών.
     Ο Φοίνικας που είχε διδάξει στον Αχιλλέα την ρητορική και την πολεμική τέχνη, συνέχισε στην Τροία την φροντίδα του αυτή και τον είχε πάντα κάτω από την επίβλεψή του.
     Ο Πίνδαρος αναφέρει για τον Φοίνικα, ότι οδηγούσε το γενναίο τμήμα των σφενδονητών, που ήταν επιδέξιο να βοηθάει τους αλογολάτες Δαναούς στον πόλεμο που έκαναν με τα βέλη.
     Η μεταγενέστερη ιστορία των Δολόπων συμπλέκεται με την ιστορία των Αιτωλών και των Ευρυτάνων. Συχνά όμως εμφανίζονται να δρουν μόνοι τους, να παίρνουν μέρος σε συμμαχίες με δική τους πρωτοβουλία, να συνομολογούν συμφωνίες και ακόμη να ενεργούν κατακτητικές εκστρατείες.
     Οι Δόλοπες ήταν δεινοί πολεμιστές και στο Μουσείο του Βόλου, εκτίθεται γραπτή επιτύμβια στήλη, που φέρει την παράσταση του νεκρού Αγγειάτη πολεμιστή Λυκολεόντα. Η ύπαρξη της Δολοπίας χρονολογείται τουλάχιστον από το 1552 π.Χ., όταν παίρνουν μέρος στο πρώτο αμφικτιονικό συνέδριο των Ελλήνων στους Δελφούς, ο Δόλοπας που εστάλη ως εκπρόσωπος ήταν Αγγειάτης.
     Οι Δόλοπες το 480 π.Χ. κατά τον Ηρόδοτο υποτάσσονται στον Ξέρξη, και όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης το 420 π.Χ. συμμαχούν με τους Αινιάνες και τους Θεσσαλούς κατά της Ηράκλειας, το 374 π.Χ. υποτάσσονται στον Ιάσωνα  βασιλιά των Φερών, το 344 π.Χ. συντάσσονται με τον βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο και το 323 π.Χ. συμμαχούν με τους Αθηναίους κατά τον Λαμιακό πόλεμο.
     Επίσης αναφέρονται και κατά τους εμφυλίους πολέμους των Ρωμαίων, όπου προσλαμβάνονται στους πολέμους, για να απασχολούν με τον ελαφρό οπλισμό τους αντιπάλους κατά την διάρκεια της μάχης.
     Η ιστορική παρουσία τους χάνεται το 27 π.Χ. όταν αφαιρούνται από τους Ρωμαίους οι δύο ψήφοι τους και εξαφανίζονται χωρίς να γίνεται πλέον λόγος γι’ αυτούς κατά τα τελευταία προ Χριστού ή τα πρώτα μετά Χριστόν χρόνια, όπως αναφέρει ο Παυσανίας.
     Τα δύο ανταγωνιστικά κέντρα, οι σπουδαίες πόλεις της Δολοπίας η Αγγεία και η Κτημένη, έριζαν ακόμη και περί ορίων και λατρείας της θεάς Ομφάλης. Πρόκειται για μια θεά μικρής τοπικής εμβέλειας, την οποίαν είχε υπό την προστασία της η θεά Δήμητρα και ήρθαν σε ρήξη τελικά για τα σύνορα των, πιθανότατα για το σημερινό οροπέδιο Ζαχαράκι.
     Η ύπαρξη αρχαίας πόλης και μάλιστα κοντά στην συγκεκριμένη θέση επιβεβαιώνεται από αρχαίες πηγές, στις οποίες αναφέρονται ως κυριότερες Δολοπικές πόλεις τα ονόματα Κτημένη, Αγγεία, Μενελαϊς και Ελλοπία.
     Μέσα στα διοικητικά όρια του χωριού μας υπήρχε και μια άλλη πόλη η Μενελαϊς. Η ακριβής θέση της Μενελαϊδας που αναφέρει ο Όμηρος δεν είναι γνωστή, πιστεύεται ότι βρισκόταν πλησίον της Ρεντίνας και κοντά στο Σμόκοβο, ήταν πόλη που κτίστηκε από τον Μενέλαο, σε μια προσπάθεια να ευχαριστήσει τους κατοίκους της περιοχής για την βοήθεια που προσέφεραν στον πόλεμο της Τροίας.
    Αργότερα  η Μενελαϊς έδωσε το όνομα της σε ολόκληρη την επαρχία, ενώ η Ελλοπία, κατ’ άλλους τοποθετείτε στο Σμόκοβο και κατ’ άλλους στην περιοχή Παλαόκαστρο Καταφυγίου.
     Το 198 π.Χ. η Αγγεία, όπως και ολόκληρη η Δολοπία,  υποτάχθηκε στους Αιτωλούς και πυρπολήθηκε. Οι Αιτωλοί ερχόμενοι από την Μακρακώμη, πέρασαν πάνω από την Γιαννιτσού και από την τοποθεσία στην οποία βρίσκεται σήμερα το Μοναστήρι της Ρεντίνας, συνέχισαν στο Ροβολιάρι και έφθασαν στην Ρεντίνα και έπειτα στην Άνω Δρανίστα.
     Ο χώρος και η περιοχή της Ρεντίνας πιθανολογείται, ότι κατοικείται στα Ελληνιστικά χρόνια, αφού με την καταστροφή ερειπίων ενός μέρους του τείχους στο Παλιόκαστρο, βρέθηκε νόμισμα της Μακε-δονικής εποχής, με ιππέα στην κορώνα του.
     Αλλά και κατά την Ρωμαϊκή περίοδο, όταν οι Γαλάτες με αρχηγό τον Ορεστόριο, το 279 π.Χ. κατά τον Παυσανία, πέρασαν νότια του Δομοκού και σημειώνοντας στροφή δυτικά, πέρασαν από την περιοχή τής Ρεντίνας, έφθασαν στην κορυφογραμμή σημερινή θέση Ζαχαράκι, περνώντας δε πάνω από το χωριό Λάσπη, κατηφόρισαν και λεη-λάτησαν το αρχαίο Κάλλιο σημερινό Κλαυσί.
     Το 146 π.Χ. ύστερα από σκληρούς αμυντικούς αγώνες, η χώρα των Δολόπων υπέκυψε στους Ρωμαίους και το 27 π.Χ. όταν η δύναμη των Ρωμαίων είχε πια επιβληθεί, οι ατίθασοι Δόλοπες έπαψαν να ακούγονται.
      Για να μην σας τα πολυλογώ. Όλα αυτά τα άφωνα σημάδια, διηγούνται μια μακρά και εύγλωττη ιστορία περιόδων ακμής και παρακμής του πανάρχαιου τόπου μας. Η Ρεντίνα αρχίζει να αναφέρεται με την σημερινή της ονομασία, κατά τα Βυζαντινά χρόνια και την πρώιμη Μεταβυζαντινή εποχή, καθώς και τα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Στην εποχή της Τουρκοκρατίας-τα δοξασμένα χρόνια, την χρυσή εποχή της ακμής


     Στα ύστερα Βυζαντινά χρόνια, την εποχή της προεπαναστατικής περιόδου κατά της Τουρκοκρατίας, η Ρεντίνα έγραψε ιστορία. Διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην περιοχή των Θεσσαλικών Αγράφων, όπου τα ολόγυρα μακρινά βουνά της και τα φαράγγια αποτέλεσαν το απόρθητο κάστρο της κλεφτουριάς και τα άγονα και βραχώδη μέρη, ορμητήριο και τόπο κρησφύγετο αρματολών και κλεφτών, που με το γιαταγάνι και το καριοφίλι τους, παρείχαν ασφάλεια στους Έλληνες, που ζούσαν ελεύθεροι.
     Τα προνόμια παραχώρησης από τους Τούρκους στα Άγραφα με την συνθήκη του Ταμασίου το 1525, επέτρεψαν την κάποια αυτονομία και την ανάπτυξη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η Ρεντίνα άκμασε έγινε το κυριότερο κεφαλοχώρι της περιοχής, οικονομικό, πνευματικό κέντρο και πρωτεύουσα του Δήμου Μενελαϊδος και τόπος συνάντησης της Δημογεροντίας των Άγράφων. Φημισμένοι προεστοί διοικούν την Ρεντίνα και τα γύρω χωριά.
     Τις τύχες στην τοπική αυτοδιοίκηση ανέλαβαν δραστήριοι πρόκριτοι, φημισμένοι προεστοί και αρματολοί, που σημάδεψαν την πορεία της, όπως ο Λάμπρος Μαυροειδής, ο Κώστας Λάμπογλου, ο Κωσταντίδης,  ο Κώστας Ζαχαράκης, ο μυημένος φιλικός Κώστας Ζαχαρόπουλος, ο Γεώργιος Τσολάκογλου και ο γιος του Δημήτρης Τσολάκογλου, ο Γιαννάκης Κυρίτσης και ο Γιάννης Αμπάζης, έχτισαν κατά τους χρόνους εκείνους μεγαλοπρεπείς Πύργους με φρουριακή συγκρότηση, που δεν σώζονται σήμερα και χρησίμευαν για προστασία από τις επιδρομές των άτακτων Αρβανίτικων ασκεριών.
     Γόνοι επίσης σημαντικών οικογενειών της Ρεντίνας επί Τουρκοκρατίας ήταν ο Γεώργιος Δεσπότου, ο Γ. .Αντωνίου, ο Σπ. Γιαννάκης, ο Τσαμαγκίδης και ο Στέφος
     Το 1775 ο Δημήτρης Τσολάκογλου διαδέχθηκε τον Κώστα Ζαχαράκη, στην διοίκηση των Αγράφων ως κοτζαμπάσης Από τον πύργο του κοτζαμπάση Δημήτρη Τσολάκογλου, άρχοντα χριστιανό, διορισμένο από τους Τούρκους να διοικεί, διασώθηκε επιγραφή, εντοι-χισμένη σήμερα στον άλλοτε μύλο του Γιάννη Αυγέρου, -όπου ευχή είναι να απαλλοτριωθεί ο μύλος και να χρησιμοποιηθεί σαν Λαογραφικό Μουσείο - που θα στεγάσει το παρελθόν αυτού του τόπου. Μουσείο στέγασης του Ρεντινιώτη, όπως αυτός διάβηκε την δύσκολη ανηφορικά στράτα του παρελθόντος.
     Την εποχή του προύχοντα Γεωργίου Τσολάκογλου, που τον διαδέχθηκε ο επίσης αντάξιος του πατέρα του γιος Δημήτριος, η Ρεντίνα γνωρίζει πνευματική άνθιση και γίνονται πολλά έργα, χτίζονται εκκλησίες και το Δημοτικό Σχολείο, ανακαινίζεται το Μοναστήρι, δημιουργείται τεράστια βιβλιοθήκη, που κάηκε στην επανάσταση και ιδρύεται η Σχολή της Ρεντίνας, όπου διδάσκονται Αρχαία Ελληνικά και Λατινικά και η οποία  στην συνέχεια γίνεται ανώτερη.
     Ακόμη ο μεγαλοκοτζαμπάσης Δημήτρης Τσολάκογλου κατά την Τουρκοκρατία είχε τσιφλίκι του έκταση 4000 στρεμμάτων, στους πρόποδες της οροσειράς των Αγράφων, όπου βρίσκεται το χωριό Πύργος Ιθώμης, που το πούλησε το 1700 στον κυρ-Αλέξη γραμματέα του Σουλτάνου και το οποίο το 1860 αγοράστηκε από τον καταγόμενο από την Λοξάδα τούρκο Ιμίν Κούλογλου, ο οποίος στην συνέχεια το πούλησε το 1890 στους κατοίκους.
     Το 1817 ο θηριώδης Αλή Πασάς των Ιωαννίνων επόπτης των δερβενίων της Ρούμελης, επισκέφθηκε την Ρεντίνα και έκατσε τρεις μέρες, σύμφωνα με την ενθύμηση που είναι χαραγμένη στον εξωνάρθηκα του Μοναστηριού, φιλοξενούμενος του κοτζαμπάση Δημη-τρίου Τσολάκογλου, που είχε φιλικές σχέσεις μαζί του, όχι όμως πάντοτε αδιατάραχτες.
     Την θυγατέρα του Τσολάκογλου, την πεντάμορφη, ψιλή μελαχρινή, με λυγερό κορμί, κατάμαυρα μακριά μαλλιά και σμαραγδένια μάτια, αρχοντοπούλα Ευφροσύνη, ορεγόταν ο Αλή Πασάς και πριν φθάσει στην Ρεντίνα, άνθρωποί του την καρβούνιασαν, για να μην την γνωρίσει ο Αλής και την έστειλαν στην Σπερχειάδα Φθιώτιδας, όπου αργότερα παντρεύτηκε με τον Γιαννάκη Κοντογιάννη τριτότοκο γιο τού αρματολού Μήτσου Κοντογιάννη.
     Κατά τους χρόνους αυτούς ο πληθυσμός της Ρεντίνας ενισχύθηκε, με την καταφυγή σε αυτή κατοίκων παρακειμένων οικισμών για ασφάλεια, μια και ήταν από τα ευπορότερα χωριά των Αγράφων. Κατά την παράδοση κάτοικοι του χωριού Τσάτσα, πιεζόμενοι αφόρητα, από τους κλέφτες και αρματολούς, την εγκατέλειψαν και κατέφυγαν στην Ρεντίνα, όταν ο σκληρός αρματολός Ράμος τους κατάφερε το 1758 καίριο χτύπημα.
     Αργότερα στην πολυαίμακτη ιστορία των επομένων χρόνων και κατά τους επαναστατικούς χρόνους, η Ρεντίνα γράφει σελίδες δόξας, γίνεται κέντρο κλεφταρματολών και συμμετοχής στον απελευθερωτικό αγώνα του 1821 με τους οπλαργηγούς Κώστα Βελή, Σταμάτη Γάτσο και Γιώργο Ζώτο.
     Οι Τούρκοι στα μέσα του Μάη του 1821 πάτησαν ποδάρι, κατέλαβαν την Ρεντίνα, την λεηλάτησαν και εγκατέστησαν φρουρά, λίγο αργότερα την ανακαταλαμβάνει με αξεπέραστο ηρωισμό ο πολέμαρχος οπλαρχηγός Γεώργιος Ζώτος, αφού εξολόθρευσε την φρουρά του Βελή Μπέη, μετά από ορμητική επίθεση, πεισματώδη και πολύνεκρη μάχη κατά την οποία το μισό χωριό καίγεται.
     Την χρονιά αυτή μετά τις πρώτες επιτυχίες συγκλονιστικά γεγονότα συμβαίνουν και πάλι στην Ρεντίνα. Το χωριό το ξανάγγιξε πόλεμος, οι Τούρκοι ύστερα από αντεπίθεση τους σε μεγάλη μάχη, που έγινε τον Ιούλη 1821, ο ηρωικός Κώστας Βελής καθώς ανέφερα παραπάνω, περικυκλωμένος από τις υπέρτερες δυνάμεις του Μαχμούτ Δράμαλη Πασά της Λάρισας, πολεμώντας απαράμιλλα ηρωικά με το σπαθί του σώμα με σώμα, αιχμαλωτίζεται έξω από την Ρεντίνα στην θέση Κονιαρόβρυση και στέλνεται στον Σουλτάνο στην Κωνσταντινούπολη, όπου θανατώνεται με φρικτά βασανιστήρια.
     Τότε ο Μαχμούτ Δράμαλης καταφέρνει μπαίνει στο χωριό, σκοτώνει άντρες, ξεκοιλιάζει γυναίκες, παλουκώνει γέρους, σφάζει σαν αρνάκια τα παιδιά κι αρπάζει τα κορίτσια. Κακό, κακό μεγάλο! κόλαση γίνηκε η κατακαημένη Ρεντίνα, έτσι πού βουτήχτηκε στον πόνο, στο κλάμα και τα ψυχομαχητά. Κι από πάνω στο τέλος ύστερα βάζει φωτιά στα σπίτια, την καίει  και εγκατέστησε ισχυρή Τουρκική φρουρά.
     Οι αγώνες των Θεσσαλών για την ελευθερία συνεχίσθηκαν και μετά το 1821 η Ρεντίνα δεν ησύχασε στιγμή και το Μοναστήρι της γίνεται και πάλι κέντρο αρματολικισμού. Ο βαρύς ζυγός γίνεται αβάσταχτος από τον κάματο της σκλαβιάς και σε λίγα χρόνια με την Θεσσαλική Επανάσταση οι Ρεντινιώτες παίρνουν και πάλι τ’ άρματα και ξανασηκώνονται. Το 1854 οι ντόπιοι ατρόμητοι επαναστάτες οπλαρχηγοί Νάκος Ρεντινιώτης, Γεωρ. Καραγκούνης και άλλοι διώχνουν την μικρή Αλβανική φρουρά, ύψωσαν την επαναστατική σημαία και κυκλοφόρησαν προκήρυξη σε όλους τους κατοίκους των Αγράφων.
     Επίσης επαναστάτες της περιοχής με τους οπλαρχηγούς Χαμχουύγια και Κυριάκο, οχυρώθηκαν μέσα στο Μοναστήρι και αντιμετώπισαν τις κατά πολύ μεγαλύτερες Τουρκικές δυνάμεις, που τους είχαν αποκλείσει. Κατά τις συγκρούσεις δε αυτές, η Μονή έπαθε πολλές καταστροφές.
     Υστερότερα το 1867 επαναστάτησαν και πάλι τα Άγραφα. Για καταστολή της εξέγερσης στάλθηκε στην Ρεντίνα ο Χαλίλ Πασάς, που κατόρθωσε ύστερα από σκληρές μάχες να ερειπώσει την Μονή και να καταβάλλει τους εγκλεισθέντες στο Μοναστήρι και να αιχμαλωτίσει τους γενναίους οπλαρχηγούς Ευάγγελο Κατσιούλα και Κώστα Καραστάθη, που μαρτύρησαν στο πέτρινο αλώνι, σύμφωνα με γράφημα που διασώζετε στον νάρθηκα του Αγίου Γεωργίου.
     Η καταστροφή αυτή έμεινε στην ιστορία ως ο «μεγάλος χαλασμός». Οι Ρεντινιώτες όμως δεν υποστέλλουν την σημαία του αγώνα, συνεχίζουν να μάχονται πάρ’ όλη την καταστροφή, που υπέστησαν και περιμένουν καρτερικά την πολυπόθητη μέρα της λευτεριάς.
     Για άλλη μια φορά τρία μέλη της επαναστατικής επιτροπής των Αγράφων, ο Δημητρός Κουσαής, ο Σπύρος Τσολάκογλου και ο Απόστολος Βασαρδάνης υπέγραψαν προκήρυξη που κυκλοφόρησαν στον ορεινό και καμπίσιο χώρο, με την οποίαν καλούσαν τους Θεσσαλούς  να αγωνιστούν για την λευτεριά, πράγμα που πήρε σάρκα και οστά στα 1868.
     Από το 1393, που στρατεύματα του Βαγιαζήτ Β΄ Γιλντερίμ επονομαζόμενου Κεραυνού, κατέλαβαν την Θεσσαλία, ξεκίνησε η μακριά νύχτα της Τουρκοκρατίας. Μα -είναι αλήθεια- όλα τα ανθρώπινα έχουν όρια, έχουν τοπική και χρονική διάρκεια, έτσι το 1878 η Θεσσαλία προσαρτήθηκε στο Ελληνικό κράτος και το 1881 η Ρεντίνα, ως το μεγαλύτερο χωριό της περιοχής με την ενδιαφέρουσα πορεία της στον χρόνο, γίνεται και πάλι πρωτεύουσα του Δήμου Μενελαϊδος με έμβλημα της το ελάφι, αγαπημένο ζώο στα βουνά του χωριού μας από παλαιότερα.
     Ο Δήμος Μενελαϊδος σχηματίστηκε με το Β.Δ. της 31-3-1833 ΦΕΚ 126 με πληθυσμό 2454 και έδρα την Ρεντίνα, το δε 1907 είχε 3516 άτομα. Αρχικά ο δήμος περιελάμβανε  την Ρεντίνα 1168,  Παλιά Γιαννιτσού 60, Σμόκοβο 424, Θραψίμι 317,Λακρέσι 211, Φωτιάνα 222, και Άγιος Ιωάννης 53.


Όταν ο Αλή Πασάς επισκέφτηκε την Ρεντίνα


     Ο τύραννος των Ιωαννίνων Αλή Πασάς, επόπτης των δερβενίων της Ρούμελης, το 1817 έφθασε στα λουτρά Σμοκόβου για λουτροθεραπεία, από εκεί ανέβηκε για επίσκεψη στην Ρεντίνα και έκατσε τρεις μέρες.
      Άλλα είχε στον νου του ο πονηρός Αλής Πασάς, ήταν η εποχή που η πεντάμορφη κόρη του άρχοντα Τσολάκογλου μεγάλωσε, κι είχε γίνει της παντρειάς. Όταν ήρθε η είδηση ότι ο Αλή Πασάς ανεβαίνει στην Ρεντίνα και έχει φτάσει στην Πουρνόβρυση, αμέσως ο Τσολάκογλου υποψιάστηκε κ’ έκρυψε την κόρη του σε ένα μπουντρούμι, αφού της άλειψαν το πρόσωπο της με κατράμι και με στάχτες, να παριστάνει την άρρωστη.
     Τ’ απογευματάκι που έφτασε στο χωριό ο Αλή Πασάς. Πήγε στον πύργο του Τσολάκογλου, που ’ταν ένα πραγματικό παλάτι. Ντυμένος μεγαλοπρεπέστατα, όπως συνήθιζε πάντοτε και του άρεσε, ο γέρος Αλής με την εντυπωσιακή λευκή μακριά γενειάδα του, παχύς, κοιλαράς, με την Αρβανίτικη πονηριά ζωγραφισμένη στο ροδοκόκκινο πρόσωπό του και τα ασημένια πιστόλια, κατέβηκε από το μουλάρι, βοηθούμενος από τους σωματοφύλακες του.
     Όπως πάντοτε όταν ξεσηκωνόταν για περιοδεία, έπαιρνε μαζί του ολόκληρη συνοδεία, από γιατρούς, σωματοφύλακες, γραμματικούς και πολλούς αξιωματούχους της αυλής του. Μαζί του κουβαλούσε όλη την Ανατολίτικη χλιδή, μαξιλάρια ανάλαφρα, με χρυσοκέντητες άκρες και κρόσσια χρωματιστά, ναργιλέδες, γούνες, σκηνές και παλλακίδες που η κάθε μια είχε για δουλεία της να περιποιείται τον Αλή.
     Θαύμασε τα πλούτη και είπε «μπίρομ’ Τσολάκ’, το δικό σου κονάκι είναι καλύτερο από το δικό μου!!».«Αφέντη μου, δικό σου είναι κι αυτό» απάντησε ο κοτζαμπάσης Τσολάκογλου.
     Στην συνέχεια ο Αλή Πασάς ρώτησε «δεν έχεις χαρέμ’; παιδιά δεν έχεις;». «Έχω εδώ την γυναίκα μου, τον γιο μου και την κόρη μου ο άλλος μου γιος σπουδάζει στην Πόλη» είπε ο Τσολάκογλου. «Πούνε τ’ όμορφο κορίτσι σ’;» ξαναρώτησε ο Αλής, «λογαριάζω να την πάρω στο χαρέμι μ’». «Να συγγενέψουμε κιόλας μπρε αφέντη μ’». «Είναι άρρωστη από βαρεία αρρώστια πασά μου», απάντησε ο κοτζαμπάσης. «Θέλω να την δω μπίρομ’». «Πολυχρονεμένε  αφέντη μου κολλάει η αρρώστια της». «Ας κολλήσω, αν αυτό είναι το κισμέτ’».
     Τότε ο Τσολάκογλου οδήγησε τον Αλή στο μπουντρούμι. Είδε το κορίτσι ο πονηρός και πανέξυπνος γέρος Αλής και κατάλαβε. Οργί-στηκε όμως μα δεν είπε τίποτα.
     Ο Τσολάκογλου που είχε αρραβωνιάσει την κόρη του με παιδί των Κοντογιανναίων από την Σπερχειάδα Φθιώτιδας, τους μήνυσε λοιπόν, το ίδιο βράδυ, αμέσως να ’ρθουν κρυφά να την πάρουν. Ήρθαν από το δρόμο του Μοναστηριού, αφού έδεσαν με πανιά τα πόδια των αλόγων για να μην ακούγονται, πήραν την κόρη και έφυγαν, χωρίς να τους πάρει χαμπάρι κανείς.
     Στην είδηση δε ότι θα ερχόταν ο τύραννος των Ιωαννίνων οι προύχοντες και οι κάτοικοι της περιοχής, άρχισαν να συζητούν πως θα αντιμετωπίσουν τον φοβερό Αλή Πασά. Άρχισαν να ετοιμάζουν τα μπαξίσια, τα δώρα τους και τα έξοδα της φρουράς του.
     Τον ιδιόρρυθμο Αλή Πασά, που τα καπρίτσια του και οι ιδιοτροπίες του δεν είχαν όριο, τον φιλοξένησε στον πύργο του ο κοτζαμπάσης Τσολάκογλου, όπου την άλλη μέρα καθισμένος πάνω στην λιονταρίσια προβιά σε ένα απαλό σοφά  στον μεγάλο λαμπροστολισμένο οντά, με την βαριά γούνα, που πάρ’ όλη την ζέστη συνήθιζε πάντοτε να φοράει, πλημμυρισμένος από ωραία κεντημένα μεταξωτά μαξιλάρια, με το θρυλικό από τριάντα ένα μεγάλα μαργαριταρένια και δύο σμαράγδια κομπολόγι στο χέρι και ανεβοκατεβάζοντας το κορμί του καθώς σιγορούφαγε τον ναργιλέ του και σιγόπινε τον συνηθισμένο καϊμακλίδικο καφέ του, δέχτηκε τους προκρίτους.
     Το απομεσήμερο ο ήλιος ώρες μόνο ήθελε να βασιλέψει, καβάλα στην περήφανη αράπικη λευκή φοράδα του, με συνοδεία των σωματοφυλάκων του, των γραμματικών του και τον άρχοντα Τσολάκογλου βγήκε στον κεντρικό δρόμο να γνωρίσει την κωμόπολη, στο πέρασμα του όλοι έσκυβαν τα κεφάλια και τον προσκυνούσαν, σε όλους δε έκανε εντύπωση το τραχύ ύφος του όταν τους χαιρετούσε με μια χειρονομία του χεριού του.
     Προχωρώντας έφτασε ως την βρύση την «Μεγάλη» και εκεί σταμάτησε, στα μάτια του παίζει η πονηράδα, έριξε μια ερευνητική ματιά, κοίταξε τον Τσολάκογλου και του είπε γελαστά, «έχετε όμορφο και υγιεινό χωριό και όπως γνωρίζω είστε άνθρωποι καλοί και νομοταγείς, ορέ Γκούλια».
     Την επόμενη μέρα το πρωί ο Αλή Πασάς ξύπνησε νωρίς, κατά την συνήθεια του, και διέταξε να του ετοιμάσουν να ανεβεί στην γνωστή τοποθεσία «Λαύριο» στο Καρφί.
     Ο Αλής με την κουστωδία του ξεκίνησε για το Λαύριο, κατέβηκε αργοκίνητος την σκάλα και ετοιμάσθηκε να καβαλικέψει το σελαχοχαληνομένο και περήφανο άλογο του τον Ντορή, που φρυμάτιζε στην αυλή χτυπώντας το λιθόστρωτο με τις όπλες του.
     Ολόγυρα του πολλοί Αρβανίτες ντυμένοι στα άρματα και τα τσαπράζια, χοντρός όπως ήταν και με πόδια κοντά, τον βοήθησαν να ανεβεί στο άλογο και με την συνοδεία Αρβανιτών σωματοφυλάκων άρχισε να ανεβαίνει στην βουνοπλαγιά, ενώ από ψηλά ακουγόταν πυκνοί πυροβολισμοί της φρουράς του.
     Όταν έφθασε στο Λαύριο η φρουρά του έστησε τον καταυλισμό, σε ένα παχύ ίσκιο κοντά στο κεφαλόβρυσο, ήταν ένα μεγάλο μέρος ανοιχτό, με καλή θέα, ίσιο και λάγνα φύση, που προσφερόταν  για αναψυχή.



Ο κοτζαμπάσης των Αγράφων Τσολάκογλου


     Μέσα στο χωριό της Ρεντίνας, από τα παλιά ο ίσκιος της ζωής του μεγάλου άρχοντα Τσολάκογλου βαραίνει ακόμη. Την παλιά εποχή εκείνη το κοτζαπασηλίκι είχε το προβάδισμα στην Ρεντίνα, πρώτη κωμόπολη των Αγράφων
     Η μικρή κοινωνία των φαραγγιών των Αγράφων στη Ρεντίνα, μια κοινωνία σκληροτράχηλων οροσειβίων, προστατευμένη από τα σουλτανικά προνόμια που είχε εξασφαλίσει για το χωριό του ο κοτζαμπάσης Τσολάκογλου και η φιλία του με τον Αλή Πασά, παρουσίασε στους χρόνους της Τουρκοκρατίας μερικές ιδιαιτερότητες.
      Ο Δημήτρης Τσολάκογλου, μοναχοπαίδι του κεφαλοχωρίτη άρχοντα, της παλιάς  δυνατής φαμίλιας του Γεωργίου Τσολάκογλου, κληρονόμησε  απ’ τον πατέρα του μεγάλη περιουσία.
     Ο πατέρας του κοτζαμπάση Τσολάκογλου ανήκε  σε παλιά αριστοκρατική οικογένεια με μεγάλη περιουσία στην Κωνστανταντινούπολη και επέλεξε γύρω στα 1700 να ζήσει στα ορεινά και απάτητα από τους Τούρκους Άγραφα.
      Ο αφέντης και Κοτζαμπάσης Τσολάκογλου, ήταν όμορφος άντρας, στιβαρός, με μορφή συμπαθητική, εύστροφος, έξυπνος και πονηρός, το ντύσιμο του ήταν άψογο -χούι του αρχοντικό- και τα χέρια του μύριζαν πάντα λεβάντα. Παντρεύτηκε και πήρε γυναίκα του την όμορφη και πλούσια κόρη του άρχοντα Χατζαίου προεστού του Μαυρίλου Φθιώτιδας.
     Αυστηρός και πιεστικός, δόγμα και πρόγραμμα του: όλα τ’ άψυχα ιδιοκτησία του, κι όλα  που ’χαν  ψυχή, στην δούλεψη του. Το αίσθημα του ευδαιμονισμού κυβερνούσε την ψυχή του κοτζαμπάση Δημήτρη Τσολάκογλου, έβρισκε την ευτυχία στον πλούτο και γενικά στην δική του κατάσταση. Όλα ήταν καλά γι’ αυτόν στον κόσμο τούτο, όπως τα’ φτιάξε ο Θεός.
         Έτσι έχουν να λένε. Το σπίτι του στη Ρεντίνα, ήταν σαν κάστρο απ’ έξω, παλάτι από μέσα. Κάστρο με τα ψηλά τείχη και τα μικρά του παράθυρα, που αρχινούσαν απ’ το δεύτερο πάτωμα, σαν στενές πολεμίστρες.
     Υπηρέτες, παραγιοί, παρακόρες και παραδουλεύτρες κυκλοφορούσαν συνεχώς στην αυλή και άλογα πλουσιοσελωμένα, που ρουθούνιζαν τον αέρα και  χλιμίντριζαν χτυπώντας το λιθόστρωτο με τις όπλες τους, μουλάρια φορτωμένα κι άλλα ξεφόρτωτα. Η μέσα πόρτα του πύργου δεν έκλεινε ποτέ. Η έξω έκλεινε μόνο τη νύχτα, με διπλές βαριές αμπάρες.
     Ο πύργος αυτός πυρπολήθηκε  το 1822 από τον Καραϊσκάκη  για στρατηγικούς λόγους, ώστε να μην αποτελεί κατάλυμα και αμυντικό προμαχώνα των Τούρκων.
      Ο μεγαλοκοτζαμπάσης χαιρόταν την αρχοντική και πλούσια ζωή του στο κονάκι του, χωρίς να ζητήσει από το ριζικό τίποτε περισσότερο. Το μοναδικό του πάθος, οι γυναίκες, το ικανοποιούσε με το παραπάνω, χάρη στο χρήμα και τη δύναμη του.
     Θα ήταν δύσκολο και αρκετά επικίνδυνο στον πατέρα ή το σύζυγο, να θυμώσει για την τιμή που ’κανε ο άρχοντας στην κόρη ή την γυναίκα του. Τίποτε τέτοιο δεν έγινε όμως ποτέ με τον Τσολάκογλου, που απέφευγε συστηματικά τα θηλυκά των τζαναμπέτηδων αρσενικών, βαριόταν τις μπλεξούρες.
     Η μετρημένη απλοχεριά του, η αρχοντιά και η ομορφάδα του πα-ρουσιαστικού του, τον έκανε συμπαθέστατο σ’ όλο τον κόσμο. Στάθηκε χρήσιμος και η ζωή του δεν πέρασε ανωφέλευτη απ’ τη γη, σαν διοικητής δε, δείχθηκε σκληρός, προνοητικός και διπλωμάτης.
     Με τους Τούρκους τα ’χε πολύ καλά, κρατούσε σχέσεις φιλικές, ικανοποιώντας με άφθονα πεσκέσια  και δοσίματα την πλεονεξία τους, κι εκείνοι τον άφηναν ήσυχο στο καματερό του.
     Όταν ο Αλή Πασάς, βλέποντας τον τόσο υποταχτικό του καλόβολο,του πρότεινε να συνεργαστεί στενότερα με την διοίκηση, για να χτυπηθεί η κλεφτουριά, που λυμαινόταν τα Άγραφα.
     Για το ρωμαίικο  δεν πολυνιαζόταν ο Τσολάκογλου, μόνο που η μπόρα του ξεσηκωμού θα παρέσερνε κι αυτόν και την ευτυχία του. Έβλεπε κιόλας τι στέρνα του αδειανή, το κονάκι του πυρπολημένο, τα κτήματα του  κουρσεμένα, την Τσολάκινα στο χαρέμι κάποιου πασά και τον εαυτό του κρεμασμένο σ’ ένα πλάτανο στη Λάρισα.
     Γιατί ας το πούμε κι αυτό. Ο κοτζαμπάσης διοικούσε την Ρεντίνακαι  την γύρω περιοχή με μεγάλη αυστηρότητα Τόσο αυστηρά που έφτασε σ’ ένα τυπικό αμείλικτων, άγραφων νόμων.
     Έπρεπε να γίνεται πάντα το δικό του. Μια από τις ιστορίες, η πιο χαρακτηριστική για την εποχή του είναι η παρακάτω: Από τον κεντρικό δρόμο της Ρεντίνας δεν μπορούσε να περάσει παρακατιανός (άνθρωπος του λαού), όταν κάθονταν εκεί το αρχοντολόι,  οι προεστοί και οι πρώτοι του τόπου.
     Λέγεται ότι ο Τσολάκογλου ντυμένος με τ’ ακριβά τα ρούχα του, όλο ομορφιά και καμάρι-είχε μίαν απερίγραπτη ευαισθησία στο ντύσιμο του-, καθόταν  ένα πρωινό με τους άλλους προεστούς της Ρεντίνας στον πλάτανο της κεντρικής πλατείας του χωριού.
     Όσο καθόταν εκεί στον πλάτανο οι προεστοί  και οι πρωτόγεροι, κι όλοι με τ’ ασημένια μαλλιά, κανένας του λαού δεν είχε το δικαίωμα να περάσει από τον δρόμο της πλατείας. Έπρεπε να λοξοδρομήσει.
     Κάποτε έγινε και τούτο το παράξενο και περίεργο, ένα παλικαρόπουλο ίσαμε κει πάνω, καμιά εικοσιπενταριά χρονών, ο Θωμάς Καντάρας τ’ όνομα του, απεφάσισε να πατήσει κείνο το πρωινό τον άγραφο νόμο. Πέρασε μπρος από τους προεστούς.
     Κατάπληκτοι στέκονταν οι γέροντες, όταν ο Τσολάκογλου σηκώθηκε απάνω και φώναξε τον Ρεντίνα. Ο νεαρός πλησίασε και τότε με μια γροθιά ο προεστός τον έριξε καταγής.
     «Να δεις κι εγώ με τι τρόπο θα σε χτυπήσω» είπε το παλικάρι στον προεστό. Έφυγε αμέσως στο βουνό, ενώθηκε με τον αρχιληστή Γκολέκα και του είπε το σχέδιο του. Τον χινόπωρο του 1802 ο ληστής μαζί με τον Θωμά Καντάρα, κατέβηκαν στην Ρεντίνα και  άρπαξαν την κοτζαμπασίνα Τσολάκινα.
     Σαν φτάσανε οι ληστές στα λημέρια τους, ζυγίσανε την αρχόντισσα και στείλανε μήνυμα στον Τσολάκογλου: πενήντα έξη πουγκιά, δηλαδή πεντακόσιες οκάδες ασήμι γύρευαν για  λίτρα - είκοσι οκτώ  χιλιάδες ασημένια γρόσια.
     Ο κοτζαμπάσης Τσολάκογλου πρόσταξε να μην κυνηγήσει κανένας τους ληστές, για να μαζέψει το ασήμι που του γύρευαν αναγκάστηκε να δανειστεί από φίλους του και να πουλήσει τα τσιφλίκια του που είχε στον Πύργο Ιθώμης, στους πρόποδες της οροσειράς των Αγράφων. Δώσανε λοιπόν το ασήμι στους ληστές και πήραν την αρχόντισσα γυναίκα.
     Όλα τα καλά, ωστόσο, έχουν ένα τέλος. Ύστερα από καιρό βλέπεις  πανάρχαια ιστορία, ο άνθρωπος τό 'χει έτσι να κυνηγά την μοίρα του, ν'ακολουθεί το πεπρωμένο του.
   Ο κοτζαμπάσης Τσολάκογλου με εντολή του Χουρσίτ Πασά, απαγχονίστηκε στην Λάρισα στις 8 Ιούλη  του  1822                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                           


Το θρυλικό πρόσωπο του Νάκου Ρεντινιώτη (Μπλαρόγιαννου)


     Λέγεται χωρίς να είναι απόλυτα τεκμηριωμένο, ότι γενάρχης της Ρεντίνας, ήταν κάποιος που έφερε το όνομα Ρεντίνας. Πιθανόν να ήταν τσοπάνης και το καλοκαίρι ν’ ανέβαινε με το κοπάδι του στον ορεινό αυτό τόπο και τον βρήκε κατάλληλο να καθίσει οριστικά. Πιθανόν επίσης να ήρθε στα μαχαίρια με κάποιους στα ριζά του κάμπου και για να σώσει το τομάρι του, αναγκάστηκε να φύγει και να έρθει εδώ πάνω σε μικρότερο μέρος, όπου και εγκαταστάθηκε.
     Όπως και να ’χει το θέμα αυτό, αυτός υπήρξε πρόγονος της θρυλικής προσωπικότητας, φημισμένης για το θάρρος και την παλικαριά, του Νάκου Ρεντινιώτη ή (Μπλαρόγιαννου).
     Ο Νάκος Ρεντινιώτης απέκτησε το παρανόμι Μπλαρόγιαννος, γιατί στα νεανικά του χρόνια κατέβηκε στον κάμπο, μπροστά και έξω από την Καρδίτσα, στο τσιφλίκι του Οσμάνμπεη που βρισκόταν κοντά στο παλιό τσιφλίκι του Βάργια, όπου έκλεψε δυο καλοζωισμένα μουλάρια και τα οδήγησε στα ορεινά γνωστά του κατατόπια της Ρεντίνας.
     Είχε καθώς το μολογούσαν λεβεντιά και θάρρος περίσσιο ο Νάκος Ρεντινιώτης και ήταν ευχάριστος στην συμπεριφορά του και γεμάτος καλοσύνη στα ζωντανά του, αφού τον ακολουθούσε πάντα – σαν πιστό σκυλί – ένα μανάρι του (μικρό αρνάκι), που τον αγαπούσε πολύ.
     Στα μετέπειτα χρόνια, κάποτε του επιτέθηκε ένα βόδι και ήταν έτοιμο να τον ξεκοιλιάσει, όμως ήταν τέτοιο παλικάρι ο Νάκος που το έπιασε με τα χέρια του από τα κέρατα, το ’βαλε κάτω  και σφίγγοντας το στο λαιμό με δύναμη υπερβολική κατάφερε να το πνίξει.
     Ένα  ακόμη γλαφυρό επεισόδιο από την πολυτάραχη ζωή του είναι, όταν κάποια φορά που τον κυνηγούσαν οι Τούρκοι γιατί ξεσήκωνε τους Ρεντινιώτες εναντίων τους και αυτοί μανιασμένοι θέλανε να τον ξεκάνουν
     Καθώς λοιπόν οι Τούρκοι καθοδηγούμενοι από τα αποτυπώματα του αλόγου του πάνω στο χιόνι, ξεκίνησαν να τον πετύχουν στο καλύβι του στην Τσάτσα για να τον συλλάβουν, όμως ο πανούργος Νάκος είχε βάλει τα πέταλα του αλόγου του ανάποδα και φαινόταν ότι πήγαινε προς την Τσάτσα, ενώ αυτός ερχόταν  από την Τσάτσα στην Ρεντίνα, έτσι ξεγέλασε λοιπόν τους Τουρκαλάδες και για μια άλλη φορά έσωσε το κεφάλι του.
     Το πιο σημαντικό γεγονός όμως για αυτόν και για άλλους Ρεντινιώτες που είχαν κτήματα στην Τσάτσα, ήταν όταν οι κάτοικοι γειτονικών χωριών καταπάτησαν τα εύφορα κτήματα τους.
     Τότε ο Νάκος Ρεντινιώτης κατέδειξε το πιο αξιοθαύμαστο στοιχείο του θάρρους και της παλικαριάς του. Αφού κρέμασε την κάπα του στον στροερό ενός αλωνιού, γύρισε  και είπε με δυνατή φωνή στους καταπατητές.
     «Αύριο που θα ’ρθω να πάρω την κάπα μου να μην βρω κανέναν σας εδώ». Τ’ άκουσαν σιωπηλά με σκυμμένο κεφάλι οι ξενοχωρίτες  και πράγματι ο φόβος και ο τρόμος έπιασε τόπο και οι καταπατητές, τα μάζεψαν και έφυγαν εγκαταλείποντας αυτό το εγχείρημα τους.

Μεγάλοι αγώνες-μεγάλες θυσίες


     Αναγκάζομαι εδώ να κάνω λίγο ιστορία ακροπατώντας στα κορυφαία γεγονότα του περασμένου αιώνα. Η Ρεντίνα είναι πάντα παρούσα σε όλους τους αγώνες του Έθνους και δίνει σε  αυτούς τον ανθό των παλικαριών της. Ολοφάνερος ο δεσμός αυτού του λαού με το παρελθόν του, τη βεβαίωση της συνέχειας.
     Συνηθισμένα τα βουνά απ’ τα χιόνι. Έζησε κι αυτή τη μεγάλη συμφορά της Μικρασιατικής Καταστροφής, χόρτασε αργότερα την περηφάνια της Εθνικής Αντίστασης κατά των Ιταλών και Γερμανών και γεύτηκε τα δεινά του εμφυλίου πολέμου.
     Το 1919 η Ελλάδα αποφάσισε να εκστρατεύσει στην Μικρά Ασία, για ν’ απελευθερώσει την Ιωνία από τους Τούρκους. Όταν φάνηκαν στον κόλπο της Σμύρνης τα πλοία που ’φέρναν τον Ελληνικό στρατό, οι Σμυρνιοί υποδέχτηκαν τους φαντάρους με στεφάνια, ο ενθου-σιασμός τους δε και η χαρά τους ήταν μεγάλη και απερίγραπτη.
     Στάλθηκαν αρκετές δυνάμεις στο Αϊδίνι, επίσης στάλθηκαν και ισχυρές δυνάμεις στην Μαινεμένη και στην Μαγνησία. Στην αρχή ο Ελληνικός στρατός προχώρησε και άνοιξε ρήγμα και μπήκε στο Εσκί Σεχήρ και την Κιουτάχεια.
     Πέφτοντας το Εσκί Σεχήρ και η Κιουτάχεια οι Τούρκοι υποχώρησαν στον Σαγγάριο ποταμό. Έγιναν πολλές αιματηρές αλλά και απίστευτες μάχες του Ελληνικού στρατού κατά την εκστρατεία της Μικράς Ασίας  στο Εσκί Σεχήρ, Μαγνησία,  Τουρμπαλί, Μαινεμένη, Ουσάκ και Αφιόν Καραχισάρ. Αν και είχαν πολλές θυσίες οι Έλληνες πέρασαν τον Σαγγάριο. 
     Ο θρυλικός Τμώλος βαρύς, κατάλευκος, χωμένος μέσ’ την κατά-χνιά, εδώ κι από πενήντα χρόνια στην Τουρκική συνείδηση, παίζει τον ρόλο λημεριών της Τούρκικης κλεφτουριάς των βουνών Μπάζ Ντόζ.
     Ο Τσακιτζής, Αχμέτ Εφές, ο Καμάλης Εφές, από τις κορφές αυτές περιφρονούσαν χρόνια και χρόνια τους στρατούς του Σουλτάν Χαμήτ.  Όταν οι Ελληνικές μεραρχίες απλώθηκαν στη γη της Ιωνίας, στις ψηλές κορφές του Τμώλου οργανώθηκε η Τούρκικη αντίσταση.
     Η κατάληψη του Τμώλου ήταν αγώνας σκαρφαλώματος μέτ’ εμποδίων, για το Ελληνικό εκστρατευτικό σώμα. Τμήματα της 13ης μεραρχίας υπό την αρχηγία του  Κονδύλη, θα εξορμούσαν από τους όχτους του Πακτωλού  και άλλα τμήματα της 2ης μεραρχίας και η 2η μοίρα του ορειβατικού πυροβολικού, θα σκαρφάλωναν από το χώρο βορείως.
     Ακόμη ένα τάγμα πεζικού του 7ου συντάγματος υπό τον ταγμα-τάρχη Γραβάνη, ενώθηκε με τους άνδρες του Κονδύλη και τάχτηκε υπό τις διαταγές του, για να βοηθήσει στην επιτυχία του σκοπού  αυτού και ένα πρωινό του 1920, ο Τμώλος δέχτηκε τον καταιγισμό του Ελληνικού πυροβολικού και σε λίγο οι φαντάροι μας, αψηφώντας  τα πυρά του εχθρού, σκαρφάλωσαν και πάτησαν στο θεριό βουνό και οι Τούρκοι πανικόβλητοι φεύγουν προς το εσωτερικό της χώρας τους.
     Οι Τούρκοι αντεπιτίθενται και ο συνταγματάρχης Πλαστήρας, με το προσωνυμία Μαύρος Καβαλάρης (Καραπιπέρ) όπως τον λέγανε οι Τούρκοι, διοικητής του 5/42 ευζώνων (σεϊτάν ασκέρ), αναλαμβάνει με τους τσολιάδες, να κατακτήσει τις οχυρωματικές θέσεις τους στο Μπίν Τεπέδες. Έπειτα ο Ελληνικός στρατός άρχισε την μεγάλη πορεία προς την ενδοχώρα της Μικρασίας.
    Τον  Αύγουστο του 1921 ο Ελληνικός στρατός προελαύνοντας με σκοπό την Άγκυρα, φθάνει μέχρι τον ποταμό Σαγγάριο. Εκεί γίνεται μια φονική μάχη με βαριές απώλειες και η προέλαση ανακόπτεται για πάντα.
     Ο Κεμάλ άρχισε αντεπίθεση και ο Ελληνικός στρατός αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Στις 26 Αυγούστου 1922 εκδηλώνεται τουρκική επίθεση, στο Αφιόν Καραχισάρ. Αλλά παράδοξα, η 4η μεραρχία δεν επιτέθηκε στα Κεμαλικά στρατεύματα, που σίγουρα θα  άλλαζαν την κατάσταση κι έτσι  έσπασε το μέτωπο  και άρχισε η κατάρρευση και η οπισθοχώρηση,  όπου έπρεπε να βαδίσουν οι φαντάροι μας 420 χιλιόμετρα πίσω.
     Από το ρήγμα που δημιουργήθηκε ξεχύθηκε προς την  Σμύρνη ο τουρκικός στρατός. Σε ελάχιστο  χρόνο ο Ελληνικός στρατός διαλύεται, ό,τι περισώζεται, οφείλεται στον ηρωισμό του συνταγματάρχη    Νικόλαου Πλαστήρα.
     Αποτέλεσμα  13 χιλ. σκοτωμένοι, 15 χιλ. τραυματίες, 17 χιλ. αγνο-ούμενοι, εκτός από το 1,5 εκατ. Μικρασιατών αμάχων που έφθασαν πρόσφυγες στην κυρίως Ελλάδα, τον Σεπτέμβρη του 1922.
     Ο μοιραίος Ύπατος Αρμοστής Στεργιάδης μπαρκάρισε συνοδευό-μενος από τις κατάρες, με το Αγγλικό θωρηκτό Σιδηρούς Δούκας, για να λουφάξει στην Γαλλία που ξεμπάρκαρε.
     Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος Σμύρνης, γονατίζει  μπρος στην Αγία Τράπεζα, μουρμουρίζει τις προσευχές του κι αρχίζει η λειτου-ργία. Θα ’ναι η τελευταία του για την ιστορική εκκλησία της Αγίας Φωτεινής.
     Το μεσημέρι Τσέτες άτακτοι του αιμοβόρου Μπεχλεβάνη μπαίνουν στην Σμύρνη, κομμάτιασαν το κορμό του Μητροπολίτη και το ρίξανε να το φάνε τα σκυλιά. Ύστερα βάλανε φωτιά στην πόλη και άρχισε το μαρτύριο του Ελληνικού στοιχείου της Μικρασίας, η σφαγή και ο διωγμός.
    Η Σμύρνη κάπνιζε ολόκληρη, κατάντησε σωστό ερείπιο, παντού έβλεπες χαλάσματα, μισοκαμένα πτώματα, έβλεπες μισοπεθαμένους μέσ’ τα συντρίμμια. Οι εξαγριωμένοι Τσέτες χίμηξαν μεσ’ τα σπίτια και κάρφωναν, ξεκοίλιαζαν  και παίρνανε κεφάλια όποιου λάχαιναν, λήστευαν, σκότωναν και απήγαγαν τις όμορφες γυναίκες και βίαζαν τις παρθένες. Η Μικρασιατική  αυτή  καταστροφή είναι η δεύτερη, μετά την πρώτη μεγαλύτερη της Πόλης.
     Μέσα σε λίγες ώρες η ωραία νύμφη της Ιωνίας, η Σμύρνη μετατράπηκε σε σωρούς ερειπίων, πλάι στους οποίους άφηνε για πάντα την τελευταία της πνοή η αιμορραγούσα «Μεγάλη Ιδέα».
     Αυτό το δραματικό τέλος είχε η ελληνική εκστρατεία για την απελευθέρωση του Μικρασιατικού Ελληνισμού, ο οποίος ξεριζώθηκε για πάντα από τις εθνικές εστίες, όπου είχε ζήσει και μεγαλουργήσει επί τρεις και πλέον χιλιετίες.
     Ο καιρός  περνά και φθάνει στα σύγχρονα χρόνια. Έχει προηγηθεί ο τορπιλισμός και η βύθιση του καταδρομικού μας «Έλλη» στο λιμάνι της Τήνου, από το ιταλικό υποβρύχιο τον Αύγουστο, κι ένα  πρωινό της 28ης  Οκτωβρίου 1940,  οι Ιταλοί μας κήρυξαν τον πόλεμο. Έτσι  άρχισε η επίθεση στα Ελληνοαλβανική σύνορα  της Πίνδου, στο Καλπάκι και η οποία αποκρούστηκε μετά τις ηρωικές στιγμές της ελληνικής άμυνας.
      Μετά την Ιταλική αποτυχία, ακολούθησε η Γερμανική εισβολή και η μαύρη και σκληρή κατοχή. Ο Λαός όμως αντιδρά, θέλει και απαιτεί αντίσταση. Τον  Ιούνη του 1942 άρχισαν να φαίνονται οι πρώτοι αντιστασιακοί αντάρτες στην περιφέρεια και την Ρεντίνα, πρώτος που παρουσιάστηκε ήταν ο  αντιστασιακός Νάκος Μπελής χασάπης από την Ομβριακή.
     Στην Λαμία σκότωσε τον συνέταιρο του ζωέμπορα, που του έφαγε κάποια λεπτά  και βγήκε στο βουνό, εναντίων των Ιταλών. Μετά από λίγες μέρες ακούστηκε άλλο τμήμα στα Ρουμελιώτικα χωρία, ήταν το συγκρότημα του Άρη Βελουχιώτη.
     Ο κόσμος ανάστατος, άρχισε η Αντίσταση,  παντού επικρατεί ενθουσιασμός και πατριωτικός παλμός. Σηκωμός μεγάλος, ο κόσμος τέτοια θέλει, ο Έλληνας ενθουσιάζεται εύκολα. Τα πατριωτικά τραγούδια και συνθήματα δίνουν και παίρνουν.
     Βράζει ο τόπος όλος, Αντιλαλούν οι λαγκαδιές και  σειόνται τ’ Άγραφα, άπλωσε η αντίσταση. Τα πατριωτικά τραγούδια πολλά μεταξύ αυτών «Στ’ άρματα, στ’ άρματα. Μπρος στον αγώνα για την πανάκριβη τη λευτεριά». Άρχισε το  γενικό ξεσήκωμα, τι μεγάλες ώρες ήτανε αυτές, για κείνους που τις έζησαν. Στο μεταξύ βγήκε κι ένα άλλο αντάρτικο στην Ήπειρο με αρχηγό τον Ναπολέοντα Ζέρβα.
      Κορυφαίο  γεγονός της Εθνικής Αντίστασης είναι η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου, από τις ενωμένες αντιστασιακές οργα-νώσεις. Τον Νοέμβρη του 1942, 90 αντάρτες του ΕΑΜ  και 47 του ΕΔΕΣ  και Εγγλέζοι κομάντος, σε συνεργασία ανατίναξαν την γέφυρα του Γοργοποτάμου.
     Η ανατίναξη της γέφυρας έδωσε το έναυσμα να φουντώσει το αντάρτικο στα βουνά της Ρούμελης και των Αγράφων και να ανυψώσει το ηθικό όλων των Ελλήνων.
     Μετά την επιτυχία της επιχείρησης αυτής, άλλος τράβηξε για την Ήπειρο κι άλλος για την Ρεντίνα. Ο Ζέρβας κίνησε για την Ήπειρο και ο Βελουχιώτης για την Ρεντίνα.
     Αργότερα άρχισε ο διχασμός και ο εμφύλιος αλληλοσπαραγμός. Το αποτέλεσμα  για την Ρεντίνα,  στην διάρκεια  του 1941 έως το 1949 χάθηκαν  87 άνθρωποι, 87 σπίτια έκλαψαν. Στο Αλβανικό μέτωπο σκοτώθηκαν 5, στην Εθνική  Αντίσταση άλλοι 5 και κατά τον εμφύλιο 77 χάσανε την ζωή τους. « Θεός σ’ χωρέσ’ τους», ας τους αναπαύσει ο Θεός, στα χώματα που τα πότισαν με το αίμα τους.
     Το γεγονός είναι  ένα, ο κόσμος έφυγε από το χωριό, η τύχη   μερικών ίσως άλλαξε,  καθώς ασφαλώς άλλαξε και η δική μου. Πάρ’ όλα ταύτα παρακαλώ το Θεό τέτοιο κακό να μην ματαγίνει.












 
Η Ρεντίνα όλων των εποχών


     Η Ρεντίνα είναι όμορφη όλες τις εποχές του χρόνου, την χα κορμιού
     Την άνοιξη όταν ο ανοιξιάτικος καιρός παλεύει να σβήσει από τ


                              

Τα νεώτερα χρόνια-το πρόσφατο παρελθόν


Στην συνέχεια το τέλος της αναφοράς μου, θα το αναζητήσουμε περίπου στις μέρες μας και στο πρόσφατο παρελθόν. Η Ρεντίνα στα κατοπινά χρόνια για άλλη μια φορά αγγίζει την Ιστορία, υπήρξε η καρδιά της Εθνικής Αντίστασης. Στήθηκαν και πάλι περίλαμπρα τρόπαια λεβεντιάς σε όλα τα βουνά του περήφανου αυτού τόπου, έστω και αν η σημερινή γαλήνη του τοπίου, τίποτε δεν προδίδει από την ζωντάνια της Ελεύθερης Ελλάδας και την μεγαλειώδη δράση εκείνης της εποχής.
     Στην νεότερη περίοδο του 1941-44 το κίνημα της αντίστασης σήκωσε τις καρδιές των Ρεντινιωτών, οι κάτοικοι του χωριού συμ-μετείχαν στην Εθνική Αντίσταση, δίνουν τον μεγάλο αγώνα για την χιλιάκριβη τη λευτεριά, με επικεφαλής τους Ρεντινιώτες αντιστα-σιακούς Καπετάν Ζαχαράκη (Χαρατσάρης), Καπετάν Λεπούχη (Κουτσής), Καπετάν Φαρμάκη (Παπαστεργίου), Καπετάν Γρίβα (Μπάρλας), Καπετάν Μενέλαος (Τσιατάλας), Καπετάν Γκούρας (Χαϊδάς) και ο Καπετάν Κολοκοτρώνης (Ραμαντάνης).
     Από το 1941 έως το 1944 όλη η Ελλάδα αντιστέκεται  στην Γερ-μανική μπότα, που ’χει πατήσει γερά το κορμί της χώρας. Τα λημέρια των κλεφτών και των καπεταναίων στα Άγραφα ξαναζωντανεύουν, για να γίνουν αυτή τη φορά αντάρτικα καταφύγια.
     Από το καλοκαίρι του 1941, προτού να γίνει το Ε.Α.Μ., οι Ρεντινιώτες είχανε σηκώσει «μπαϊράκι». Στην ανταρτωμάνα Ρεντίνα οργανώνονται τα πρώτα τμήματα ένοπλης Αντίστασης στον κατακτητή. Είναι δε απόλυτα αληθινό ότι στα χρόνια αυτά της μαύρης κατοχής, δεν υπήρξε Αγραφιώτης, που να μην πήρε μέρος στην αντίσταση.
     Επιγραμματικά  θα μπορούσαμε να πούμε, ότι από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, ο «ατίθασος» Αγραφιώτης έδωσε τα πάντα για την ανεξαρτησία του και τη λευτεριά του. Κι αυτό, γιατί πάντα θέλησε να ζήσει  απροσκύνητος», είναι δε γνωστό αυτό και αντιστοιχεί με την ιστορική διαδρομή του.
     Οι κάτοικοι των Αγράφων  είχαν πάντα την παραδοσιακή φήμη των ελεύθερων, ανυπάκουων  και απειθάρχητων. Είχαν διατηρήσει την αυτονομία τους σε όλη την διάρκεια της δύσκολης εποχής Τουρκοκρατίας, τότε που άναψαν τη φλόγα και πήραν μέρος ενεργά στην επανάσταση του εικοσιένα.
     Και τούτη τη φορά αισθάνονται την ηθική υποχρέωση, να υπερασπιστούν  το ένδοξο παρελθόν τους.  Παλιά δουλειά για τους Ρεντινιώτες ο πόλεμος, οι Γερμανοί δεν έφτασαν ποτέ στην Ρεντίνα, η εθνική αντιστασιακή εποποιία είχε αρχίσει. Αχολογούν οι ρεματιές και αντιλαλούν οι λόγκοι, το περίφημο συγκρότημα «Μενελαϊδα», όπου τριάντα νέοι Ρεντινιώτες αγωνιστές και ο οπλισμός τους αποτέλεσαν μέρος των μονάδων του ΕΛΑΣ.
     Η Εθνική Αντίσταση φουσκώνει τα στήθια όλων των Ελλήνων, ο μεγαλειώδης αγώνας  προκαλεί τον θαυμασμό και  περηφάνια, πέρασε δε στη μνήμη του λαού μας αποτυπωμένος στα λόγια του Αντιστασιακού ποιητή, «που ’σαι Πατρίδα σίμωσε να κλάψεις τα παιδιά σου, έλα ν’ ανάψεις το κερί σα φάρος να φωτίσει, για να γνωρίσουν οι λαοί στα πέρατα του κόσμου, πως η Ελλάδα γέννησε καινούργιο εικοσιένα».      
     Όμως η ώρα της λευτεριάς ήταν πολύ κοντά, λίγους μήνες αργότερα η Ελλάδα, θα ελευθερωνόταν από τους κατακτητές. Δεν θα προλάβει όμως να χαρεί, γιατί αμέσως ξέσπασε σαν άγρια κατάρα και παραφροσύνη, ο φοβερός εμφύλιος καταστροφικός πόλεμος.
    Ήταν η εποχή που έχανε η μάνα το παιδί και ο σκύλος τον αφέντη και ο αδελφός δεν γύριζε να δει τον αδελφό. Σκληρός, αιματηρός και πολύνεκρος ήταν αυτός ο πόλεμος για τον τόπο μας, ο εμφύλιος, που εξελίχθηκε σε ένα πραγματικό σπαραγμό και προξένησε ανείπωτα πένθη και πάθη.
     Το μεγάλο αυτό μακελειό ανάμεσα στους αντίπαλους, ας μην πούμε εχθρούς, αφού όλοι τους ήταν Έλληνες, μόνο  που ο καθένας πίστευε σε κάτι άλλο, έφερε τη χώρα πολλά χρόνια πίσω.
     Ο εμφύλιος σπαραγμός διήρκησε από το 1946 έως τον Σεπτέμβρη του 1949. Μετά την λήξη του το 1950 το χωριό βρέθηκε διαλυμένο, αφού έχασε ένα μεγάλο μέρος του άλλοτε ενεργού πληθυσμού και μαζί την ζωντάνια του. Οι κάτοικοι για να περιμαζέψουν τα συντρίμμια που άφησε ο απεχθείς και αποτρόπαιος πόλεμος, προσ-πάθησαν μήπως μπορέσουν να ξαναστήσουν όρθια τα όνειρα της ζωής, έπρεπε να ξαναχτίσουν τα σπίτια τους απ’ αρχής, ν ’αρχίσουν τη ζωή από το τίποτα. Τα παλιά καλά τους ήταν σαν όνειρο αγύριστο.
     Δύσκολα όμως ξαναπαίρνει  τ’ απάνω του ο τόπος. Αργεί, με κόπο και ψυχομαχητό  ξαναφτιάχνεται  και χρειάζονται χρόνια, μα! έτσι το θέλει ετούτος ο κόσμος, κι οι πιο κακές λαβωματιές έχουνε την γιατρειά τους. Με τα χρόνια περνάνε κι απολησμονιούνται κι οι καημοί, κι οι πίκρες, κι όλο καινούργιες έρχονται, για να λησμονηθούν κι εκείνες μπροστά σ’ άλλες. Έτσι είναι, εγώ που σας τα λέω, όλα  ν’ απολησμονιούνται στου χρόνου τα γυρίσματα.
     Δεν πρέπει  όμως να ξεχνάμε πως ένας πόλεμος είναι πόλεμος, ενώ ένας εμφύλιος πόλεμος είναι έξω από τα όρια του λογικού είναι παραφροσύνη και η διχόνοια πληγή του τόπου αυτού από τους πανάρχαιους χρόνους.


             
     



Η Σχολή Εφέδρων Ακιωματικών του ΕΛΑΣ

     Η Σχολή άρχισε να λειτουργεί για πρώτη φορά τον Αύγουστο του1943 στο Περτούλι Τρικάλων, απ’ όπου και αποφοίτησε η πρώτη σειρά, 138 εφέδρων Αξιωματικών.
    Τον Οκτώβρη του 1943 μεταφέρθηκε στα Λουτρά Σμοκόβου, όμως οι Γερμανοί καίνε τα Λουτρά και η δεύτερη σειρά Αξιωματικών μετά από αδιάκοπες μετακινήσεις, αποφοίτησε στην Δ. Φραγγίστα.
     Στην Ρεντίνα λειτούργησε από τον Μάρτη του 1944 μέχρι τον Σεπτέμβριο του ιδίου χρόνου, στεγάστηκε Δημοτικό  Σχολείο της Ρεντίνας και  αποφοίτησαν  οι δύο τελευταίες  σειρές Αξιωματικών, τρίτη και τετάρτη σειρά.
     Την περίοδο αυτή φοιτούν στην Σχολή 840 μαθητές αγωνιστές από την Αθήνα, Πελοπόννησο και Στερεά Ελλάδα μεταξύ τους και αρκετές γυναίκες, που φιλοξενούνται στα σπίτια των κατοίκων.
     Στις τέσσαρες εκπαιδευτικές περιόδους της Σχολής φοίτησαν περίπου 1400 σπουδαστές, τελείωσαν δε τις σπουδές τους και βγήκαν από αυτήν, 1260 Ανθυπολοχαγοί του ΕΛΑΣ, μεταξύ αυτών και 13 γυναίκες.
     Αφού φρεσκάραμε την μνήμη μας καιρός είναι νομίζω τώρα, να εστιάσω την προσοχή μας στον μικρό αυτό κομμάτι της Αγραφιώτικης γης το οποίο αντιπροσωπεύει η Ρεντίνα.
     Έτσι λοιπόν και ο δικός μας τόπος αναπόσπαστο κομμάτι του Ελλαδικού χώρου   γενικότερα γνώρισε πολυάριθμες επιδρομές, λελασίες και καταστροφές από διάφορους κατακτητικούς λαούς, επίσης σφαγές, ατιμώσεις, σκλαβιά και ξενική κατοχή. Μέσα όμως απ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις κατάφερε να κρατήσει δύο βασικά πράγματα, απόδειξη της συνέχειας της Ελληνικότητας και του σπουδαίου πολιτισμού του.
     Τα πράγματα αυτά, το ένα είναι η γλώσσα του και το άλλο η Εθνική συνείδηση, που παραμένουν ακόμη απόρθητα κάστρα. Πέρα από αυτά τα δύο βασικά πράγματα κράτησε και κρατάει ακόμη τα ήθη και τα έθιμα του. Αυτά που γράφτηκαν στο πέρασμα των αιώνων μέσα από την πολύχρονη ιστορία του.


Το Μουσείο Εθνικής Αντίστασης

  Το Μουσείο στεγάζεται στο ισόγειο του Δημοτικού Σχολείου, ιδρύθηκε το 1990 με στόχο την συγκέντρωση κειμηλίων της Εθνικής Αντίστασης του 1941-44.
   Διαθέτει αξιόλογο φωτογραφικό υλικό, προκηρύξεις, έντυπα, δελτία ενημέρωσης, κειμήλια του αγώνα, σύμβολα της Αντίστασης και αντικείμενα, όπλα, κάπες και πολύγραφο.
  Στο Δημοτικό Σχολείο της Ρεντίνας στεγάστηκε και λειτούργησε, η Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών του ΕΛΑΣ το 1944.










 







 




































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































Παλιές παραδόσεις!


       Κάποια σημαδιακά συμβάντα απ’ το βάθος των χρόνων και τωνμακρινών εποχών, μένουν ως τις μέρες μας τυλιγμένα μες τη άχλη του μύθου ή καλυμμένα με τον εντυπωσιακό μανδύα του θρύλου.
     Κατά την παράδοση την αμαρτύρητη που δεν έσβησε ο χρόνος, ας την πούμε έτσι, καθώς και τα μυθολογήματα την ιστορία τούτη.
     Στα πολύ παλιά χρόνια οι δυο άγιοι, ο Άγιος Γιώργης και ο Άγιος Δημήτρης μάλωναν και ο Αϊ Γιώργης έλεγε «Αϊ Δημήτρη μάκαρε και σκορποφαμελίτη εγώ μαζώνω μάνες με παιδιά και συ μου τις σκορ-πίζεις, μαζώνω και τ’ αντρόγενα, τα πολυαγαπημένα. Εγώ φέρνω την άνοιξη και συ μου την μαραίνεις, εγώ φέρνω τα πρόβατα μαζί και  τους τσοπάνηδες λαλώντας τις φλογέρες». Τα άκουσαν οι χωριανοί και έχτισαν την εκκλησιά του Αγίου Γεωργίου και δίπλα το παρεκκλήσι του ΑγίουΔημητρίου.
      Ακόμη κατά πως μολογούσαν οι πολύ παλιοί  γέροντες, στο βράχο πάνω από την «Μεγάλη» βρύση, βρέθηκε έλεγαν το εικόνισμα του Αι Νικόλα θαμμένο στη γης και  τότε του ’χτησαν  όμορφη εκκλησιά, τον Αϊ Νικόλα.
     Αργότερα γύρω στο 1850 έπεσε επιδημία πανώλης, όπου χάθηκαν χιλιάδες άνθρωποι και ερήμωσαν οι περισσότεροι οικισμοί της περιοχής. Το χωριό ολόκληρο μια μεγάλη πληγή, έφθασε στα πρόθυρα διάλυσης του, ξεκληρίστηκε από την θανατηφόρα επιδημία, που από την στοματική παράδοση είναι γνωστή σαν «μόλυνα», η επιδημία της πανώλης (πανούκλας) που ενέσκηψε είχε σαν αποτέλεσμα, άνθρωποι και ζώα λέγανε οι γεροντότεροι πέθαιναν μέσα σε μια βδομάδα από την στιγμή που προσβαλλόταν από τον μολυσματικό ιό.
     Τα συμπτώματα της ήταν πολύ ψηλός πυρετός και γενική εξάντληση. Από τότε η παράδοση η προφορική συμφωνεί τέλεια με την ιστορία, οι θεοσεβούμενοι Ρεντινιώτες έκτισαν περιμετρικά του χωριού πολλά ξωκλήσια για προστασία.
     Επίσης ακόμα μια θαυμάσια παράδοση που καλύπτεται από τον γοητευτικό παραμυθιακό μανδύα, κάτι ανάμεσα στον θρύλο και την γοητεία του υπερφυσικού είναι και τούτο.
     Τον καιρό εκείνο, εκείνη την αλαργινή εποχή, στο χωριό 250 χρόνια πριν εκείνο ο μήνα τον λέγανε Φεβρουάριο, ήταν μια χιονισμένη  νύχτα της 10ης  Φεβρουαρίου, ενώ  όλοι κοιμούνται και γαλήνη βασίλευε παντού, άρχισαν να χτυπούν οι καμπάνες. Ο ήχος γλυκός, παράξενος, λες και ήταν ουράνιες.
    Φοβισμένοι οι χωριανοί μας σηκώθηκαν και κατευθύνθηκαν 







 
προς την εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Οι καμπάνες χτυπούν  μόνες τους και μέσα σ  εκκλησία ακουγόταν γλυκές ψαλμωδίες.
    Ούτε παπάς όμως υπήρχε ούτε ψάλτης απορημένοι οι χωριανοίμπήκαν στην εκκλησία. Τότε οι καμπάνες σταμάτησαν να χτυπούν, οι ψαλμωδίες ακουγόταν μακρινές, ώσπου χάθηκαν. 
   Μόνο ένα απαλό  και γλυκύ φως στεφάνωνε την εικόνα του Αγίου Χαραλάμπους, αριστερά στην Ωραία Πύλη. Σήμερα οι   θεοσεβούμενοι Ρεντινιώτες  στον αύλειο χώρο του Αγίου Νικολάου, έχτισαν το νέο παρεκκλήσι του Αγίου Χαραλάμπους.
     Μία ακόμη τοπική ανεξακρίβωτη παράδοση που δέθηκε με τον θαυμαστό θρύλο και έχει καλυφθεί απ’ ένα μυθολογικό πέπλο μας λέει και το γεγονός τούτο, ότι ο δερβέναγας Γιουσούφ Αράπης, που κατέστρεψε το Μοναστήρι κοντά στο Νεκροταφείο της Ζωοδόχου Πηγής, για την ασυλία του αυτή, φεύγοντας για την Άρτα, ο Άγιος Γεώργιος ο μεγάλος καβαλάρης με το ψαρί άλογο, του έφραξε το δρόμο εμποδίζοντας να περάσει και τον εξολόθρευσε γκρεμίζοντας τον στη σάρα μαζί με το ασκέρι του, στην τοποθεσία που λέγεται από τότε Αράπ’ Γκρεμός. Η χάρη του Θεού δεν έμεινε άνεργη, ήτανε λέει αυτό μήνυμα Θεού, πως ποτέ δεν εγκαταλείπει την Ρεντίνα.
     Υπάρχει ακόμη μια προφορική παράδοση, για ύπαρξη Τουρκικής φρουράς στην Ρεντίνα, που μάλλον επισκεπτόταν περιστασιακά το χωριό ο Μπέης. Η παράδοση αυτή μας λέει, ότι παντρευόταν κάποτε κάποιος από το χωριό Ντζαμάρας τ’ όνομα και έπαιρνε γυναίκα από το Σμόκοβο.
     Την Κυριακή το πρωί ξεκίνησαν από την Ρεντίνα να πάνε στο Σμόκοβο να πάρουν την νύφη. Στην επιστροφή στα Μεζάρια συνάντη-σαν την Τουρκική φρουρά και σύμφωνα με το νόμο, έπρεπε να κατεβούν από τ’ άλογα και να προσκυνήσουν τους Τούρκους στρα-τιώτες.
     Περήφανος, παλικάρι θεριό ο Ντζαμάρας, κότησε δεν κατέβηκε κάνοντας πως δεν το ξέρει και οι Τούρκοι αγρίεψαν, τότε αυτός και τα μπρατίμια του τράβηξαν τα όπλα και τους σκότωσαν. Στην περιοχή τους έθαψαν και από τότε η περιοχή ονομάζεται Μεζάρια δηλαδή τάφοι των Τούρκων ή Τουρκομνήματα.





































































































 .