Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Το άδοξο τέλος ενός ληστοκαπετάνιου


     Ο καπετάν Τσόγκας αρχικά βοσκός στο επάγγελμα, ήταν ψηλός και νευρώδης, μελαχρινός με χαρακτηριστικά αδρά, δυνατά και γρήγορα πόδια και μεγάλη σωματική και ψυχική αντοχή, είχε κονάκι στο Μάραθο και μαντρί στο Μπουζιάρικο ή Μελάνυδρο, σύμφωνα με μαρτυρίες της παράδοσης, ήταν ψυχοπαίδι (παραγιός) του Ντεληδήμου και ξάδελφος του Κατσαντώνη και πρωτοπαλίκαρο του.
     Έμελλε να γίνει ίσως η πιο ηρωική όσο και αμφιλεγόμενη προσωπικότητα της εποχής του. Ο περήφανος όσο και βίαιος όμως χαρακτήρας του, δεν άργησε να τον οδηγήσει σε ρήξη με έναν από τους προύχοντες του χωριού του, που ήταν συνηθισμένος να τον αντιμετωπίζουν οι συγχωριανοί του με σεβασμό αλλά και υποτέλεια.
      Να λοιπόν πως άρχισε η τρομερή ιστορία του. Κάποτε λοιπόν ο γέρο-Καφίρης είχε ανάγκη να στείλει επειγόντως ένα γράμμα στο Φουρνά, σε κάποιον έμπορο με το όνομα Δεληστέργιος, για λογαριασμό του οποίου συγκέντρωνε τα κουκούλια της περιοχής και ήθελε να ενημερωθεί για την τιμή με την οποία θα τα αγόραζε. Ζήτησε λοιπόν από τον Τσόγκα να πάει αυτός το γράμμα και να του φέρει απάντηση γρήγορα, συμφώνησαν μάλιστα και για την αμοιβή -δέκα γρόσια- που θα έπαιρνε, όταν με το καλό θα επέστρεφε.
     Θα ήταν βασίλεμα ηλίου όταν με την δροσιά ξεκίνησε ο Τσόγκας από το χωριό για τον προορισμό του. Το άλλο απόγευμα που ο ήλιος ήτανε στο γέρμα, ο γέρο-Καφίρης κατέβηκε όπως συνήθιζε στον καφενέ, με έκπληξη του τότε τον είδε στο καφενείο να πίνει με την παρέα του.
     «Γιατί βρε Τσόγκα δεν μου ’λεγες απ’ την αρχή πως δεν θα πήγαινες να ’στελνα κανέναν άλλο» ρώτησε θυμωμένος ο γέρος. Ο Τσόγκας αντί για απάντηση του έδωσε το γράμμα, που περίμενε σφραγισμένο και με όλα τα τυπικά. Ο γέρο-Καφίρης κι όλοι οι παρευρισκόμενοι έμειναν έκπληκτοι και απόρησαν πως κατόρθωσε να διανύσει μια τόσο μεγάλη απόσταση μέσα σε μια μέρα, αλλά όταν ήρθε η ώρα της πληρωμής τα πράγματα άλλαξαν.
     Ο γέρο-Καφίρης, θεωρώντας εκ των υστέρων μεγάλο το ποσό, που έταξε στον Τσόγκα, απάντησε «αν έπαιρνες εσύ δέκα γρόσια σε μια μέρα θα γινόσουν πιο πλούσιος από μένα» και του έδωσε μόνο πέντε.
     Ο Τσόγκας θεώρησε προσβολή που ο γέρο-Καφίρης δεν τήρησε τη συμφωνία τους και μετά από έντονους διαξιφισμούς πέταξε τα λεφτά και έφυγε εξαγριωμένος. Δεν ξέχασε όμως ποτέ την αδικία αυτή, που αργότερα πλήρωσε ακριβά ο γέρο-Καφίρης, όταν ο Τσόγκας βγήκε στο βουνό.
     Από τότε ο πόλεμος του Τσόγκα με τον γέρο-Καφίρη ήταν ανοιχτός. Δύο φορές λήστεψε ο Τσόγκας τον γέρο- Καφίρη. Την τελευταία φορά μάλιστα απήγαγε την  μορφονιά κόρη του και την οδήγησε στον μύλο του Αργυρίου στο ρέμα του Πλατανιά. Από εκεί έστειλε τον μυλωνά να ζητήσει ως λύτρα εκατό ασημένιους παράδες, τους οποίους  έστειλε ο γέρο- Καφίρης κι έτσι ελευθερώθηκε η κόρη του.
     Εκείνη την περίοδο ο θρυλικός λήσταρχος Τσόγκας περιφερόταν στα γνώριμα και απάτητα λημέρια του, δρασκέλιζε τα όρη και πηδούσε τις κορφές στα βουνά της περιοχής και ζούσε με μικρο-ληστείες, ήταν όμως δίκαιος, τίμιος στις ληστρικές του συναλλαγές, ευχάριστος στην συμπεριφορά του, κι έτσι για χρόνια απολάμβανε την μεγάλη αγάπη και εκτίμηση των χωρικών της περιοχής που λημέριαζε.
     Δεν ήταν σαν τους άλλους ληστές, είχε λεβεντιά ο περίφημος αρχιληστής Τσόγκας. Κυνηγούσε τους πλουσίους που εκμεταλλεύονταν τους αδύνατους και τους φτωχούς, την εξουσία όταν αδικούσε.
     Τα χρόνια που έζησε στον απάνω κόσμο τίποτε δεν φοβήθηκε, μπροστά σε τίποτε δε δείλιασε, ήταν ατρόμητο παλικάρι, μα η καρδιά του ήταν τρυφερή. Πάντρευε φτωχοκόριτσα, προστάτευε χήρες και μοίραζε τα κλεμμένα σε ανθρώπους, που είχαν ανάγκη.
     Παραΰστερα εντάχθηκε στον νταϊφά του ξάδελφου του Κατσαντώνη και μετέχοντας σε όλες τις μάχες γρήγορα έγινε πρωτο-παλίκαρο του και καπετάνιος. Πολύ αργότερα κάποτε έφθασε μέχρι την Ρεντίνα όπου είχαν έρθει και εγκαταστάθηκαν Κατσαντωναίοι συγγενείς του.
     Τότε το πιο μεγάλο του κατόρθωμα, που καθόρισε και την μετέπειτα ζωή του, ήταν όταν άνοιξε την Κούλια (πυργαποθήκη) του χωριού, εκεί που είναι σήμερα το Δημοτικό Σχολείο. Υπάρχει προφορική παράδοση ότι στην Κούλια συγκεντρωνόταν οι φόροι (σε είδος φυσικά -σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι κ.λ.π.), ενώ χρησίμευε και σαν κατοικία για τον Αγάμπεη ή την Τουρκική φρουρά, που μάλλον ελάχιστες φορές επισκεπτόταν περιστασιακά το χωριό.
     Έτσι οι χωρικοί μπήκαν μέσα στην Κούλια και πήρε ο καθένας ότι έβρισκε, από γεννήματα που είχαν συγκεντρώσει οι Τούρκοι από φόρους. Αν και ο ίδιος δεν πρόλαβε να πάρει τίποτε, αντιμετώπισε την οργή των Τούρκων. Μη μπορώντας όμως αυτοί να πιάσουν τον ίδιο, ξέσπασαν αγανακτισμένοι για εκδίκηση  στους κατοίκους.
     Είναι ή περίοδος που ο καπετάν Τσόγκας ήταν ο φόβος και τρόμος των Τούρκων. Αντί να τον ψάχνουν και να τον κυνηγούν όπως παλιά, όταν άκουγαν ότι φάνηκε, κρυβόταν κι όταν θα ήταν σίγουροι πως ξεμάκρυνε φανερωνόταν. Για να δείξουν μάλιστα την σβελτάδα του και τον φόβο, που προκαλούσε, έλεγαν ότι οι Τούρκοι ούτε που πρό-φτασαν ποτέ να τον αντικρίσουν.
     Οι Τούρκοι, που ’μαθαν πως ένα βράδυ βρίσκεται στο διώροφο σπίτι ενός μαντριού, περικύκλωσαν το σπίτι και έβαλαν φωτιά. Ο καπνός τύλιξε το σπίτι και ο καπετάν Τσόγκας δεν είχε άλλη λύση, από το να παραδοθεί ή να δραπετεύσει. Κατάφερε να ξεφύγει και να σωθεί πηδώντας, από το πίσω παράθυρο του δευτέρου ορόφου, σε ένα δέντρο, που ’ταν δίπλα και καλυπτόμενος από τον καπνό, έφυγε ακολουθώντας ένα παρακείμενο ρέμα προς την απέναντι πλαγιά.
     Έπρεπε  να γίνει όμως εκείνο που έκλωθε η μοίρα του. Είχε άδοξο τέλος το θρυλικό αυτό πρόσωπο, κάποτε του επιτέθηκε ένας λυσσασμένος λύκος. Ήταν όμως τέτοιο θεριό παλικάρι που κατάφερε να πνίξει τον λύκο με τα χέρια του, όμως ο λύκος τον είχε δαγκώσει και έτσι λίγο αργότερα πέθανε.
      Τι να πεις και τι να μολογήσεις, πράγματι συγκινητικό το πάθημα του καπετάνιου, ήταν η συνάντηση με την μοίρα του, ή οποία άλλωστε είχε προδιαγράψει, να γλιτώσει από την αρκούδα, για να τον φάει ο λύκος.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου