Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Η ιδιοσυγκρασία των προγόνων μας


     Εάν εξαιρέσουμε ορισμένα ελαττώματα που είναι ανθρώπινο να είχαν οι Ρεντινιώτες πρόγονοι μας, αυτό ίσως και λόγω της αγραμματοσύνης τους, ήταν οξύθυμοι και φιλόνικοι, πονηροί και δύσπιστοι, θα δούμε όμως πως οι αρετές τους ήταν περισσότερες και πως ήταν προικισμένοι με πολλά προσόντα.
     Πιεζόμενοι από τις στερήσεις και τις δυσπραγίες της σκληρής ζωής, ήταν οπλισμένοι με οξύνοια, δυναμικότητα, αυτοπεποίθηση και γενναιότητα. Ήταν καλοκάγαθοι, κρατούσαν λόγο, ήταν τίμιοι στο αλισβερίσι, φιλόξενοι και προκομμένοι, ειλικρινείς, ευλαβικοί χριστιανοί και μεγάλοι πατριώτες, που διατηρούσαν μέσα τους την φλόγα της φιλοπατρίας και θυσιαζόταν ευχαρίστως για την αγαπημένη μας πατρίδα.
     Ο παππούς μου Κωσταντής, όπως έλεγε η γιαγιά μου, -το άλλο γλυκό πρόσωπο των μικρών μου χρόνων- ήτανε φτωχός, τίμιος, φιλότιμος και εργατικός με αρχοντοκαμωσιά, ψηλόλιγνος καθώς ήταν και σγουρόμαλλης, με βαθιά καστανά μάτια και στρωτά γερά δόντια, δούλευε δεκάξι με δεκαοκτώ ώρες δίχως να ξαποστάσει και σιγοτραγουδούσε το σούρουπο καθώς γύριζε από τα χωράφια, για να εκφράσει την χαρά και τον πόνο του.
     Η τσάπα γινόταν υπάκουη στο χέρια του και τα ζωντανά τον τρέμανε και τον αγαπούσαν συνάμα, γιατί τα φρόντιζε.
     Ακούω ακόμη στο βάθος των παιδικών αναμνήσεων την φωνή της γιαγιάς να μου διηγείται, για την λιγοστή ζωή του.
     Τα χρόνια ήτανε δύσκολα. Για να καταφέρει να αλλάξει την ζωή του, ταξίδευσε μερόνυχτα και κάποτε φθάνει στην Αμερική, κουβαλώντας μέσα του με τρυφερότητα και περηφάνια όλη του την ξενιτιά.
     Τράβηξε για το άγνωστο με τις τσέπες γεμάτες όνειρα, το χρυσάφι των φτωχών. Μετά από λίγα χρόνια ξαναπήρε τον δρόμο της επιστροφή, γιατί τα πράγματα δεν ήταν και τόσο εύκολα.
     Η ζωή θέλει πόρεψη. Η φτώχια δεν υποφέρεται έτσι μπήκε σε καινούργιο αυλάκι η ζωή του. Ο άνθρωπος είναι θεριό για να τα βγά-λει πέρα, έπρεπε επειγόντως να βρει μια λύση, ξανάφυγε να δουλέψει στην κάψα του καλοκαιριού σε καμίνι καυσόξυλων στην Καϊτσα.
     Σαν τσεκουριά ήλθε η αρρώστια της ελονοσίας και το ’ρίξε κείνο το γερό κορμί, που μέχρι τότε δεν ήξερε τι θα πει πονοκέφαλος, αρρώστια δεν το έπιανε, δεν είχε ούτε σάπιο δόντι ούτε άσπρη τρίχα.
     Και μια μέρα σαν  μαύρο πουλί και σαν αστραπή έφθασε το μαντάτο του θανάτου του και σκέπασε τον ήλιο στην γιαγιά μου, πόνεσε πολύ αυτή και τα πέντε ορφανά παιδιά της.
     Τα χρόνια όπως συνήθως ήτανε βιαστικά και τότε, η μοίρα των ανθρώπων δεν είναι ορισμένη πάντα για τη συνέχεια. Ο άλλος μου παππούς ο Σπύρος Κατσαντώνης, έφυγε και αυτός πολύ νωρίς από τούτο δω τον κόσμο, έτσι ήταν το θέλημα του μεγάλου αφέντη του Χάρου.
     Ήταν ένας άνθρωπος με πολύ επιβλητικό παράστημα μέσα στο χωριό, λεβεντάνθρωπος ως απάνω αψηλός, ομορφοκαμωμένος, κορμί ολόστητο και στέρνο πλατύ, πρόσωπο αδρό, με μάτια κατάμαυρα, σκληρά και έξυπνα, στοργικός, καλός, νοικοκύρης, με φιλοπατρία και πίστη, κοντινός απόγονος των Κατσαντωναίων.
     Σωστός άρχοντας με προκοπή περίσσια, αυγάτισε την περιουσία του, μ’ επιδέξιους χειρισμούς και όχι πάντοτε με πολύ τίμια μέσα, πολλά καλά άκουσα για αυτόν, από τα χείλη της μάνας μου και πολλών άλλων.
     Αυτοί είναι οι στενοί μου πρόγονοι, που αντλώ την ήρεμη και αγέρωχη περηφάνια, που μου επιτρέπει ακόμη να παραμένω ελεύ-θερος και αξιοπρεπής.



    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου