Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Ο κοτζαμπάσης των Αγράφων Τσολάκογλου


     Μέσα στο χωριό της Ρεντίνας, από τα παλιά ο ίσκιος της ζωής του μεγάλου άρχοντα Τσολάκογλου βαραίνει ακόμη. Την παλιά εποχή εκείνη το κοτζαπασηλίκι είχε το προβάδισμα στην Ρεντίνα, πρώτη κωμόπολη των Αγράφων
     Η μικρή κοινωνία των φαραγγιών των Αγράφων στη Ρεντίνα, μια κοινωνία σκληροτράχηλων οροσειβίων, προστατευμένη από τα σουλτανικά προνόμια που είχε εξασφαλίσει για το χωριό του ο κοτζαμπάσης Τσολάκογλου και η φιλία του με τον Αλή Πασά, παρουσίασε στους χρόνους της Τουρκοκρατίας μερικές ιδιαιτερότητες.
      Ο Δημήτρης Τσολάκογλου, μοναχοπαίδι του κεφαλοχωρίτη άρχοντα, της παλιάς  δυνατής φαμίλιας του Γεωργίου Τσολάκογλου, κληρονόμησε  απ’ τον πατέρα του μεγάλη περιουσία.
     Ο πατέρας του κοτζαμπάση Τσολάκογλου ανήκε  σε παλιά αριστοκρατική οικογένεια με μεγάλη περιουσία στην Κωνστανταντινούπολη και επέλεξε γύρω στα 1700 να ζήσει στα ορεινά και απάτητα από τους Τούρκους Άγραφα.
      Ο αφέντης και Κοτζαμπάσης Τσολάκογλου, ήταν όμορφος άντρας, στιβαρός, με μορφή συμπαθητική, εύστροφος, έξυπνος και πονηρός, το ντύσιμο του ήταν άψογο -χούι του αρχοντικό- και τα χέρια του μύριζαν πάντα λεβάντα. Παντρεύτηκε και πήρε γυναίκα του την όμορφη και πλούσια κόρη του άρχοντα Χατζαίου προεστού του Μαυρίλου Φθιώτιδας.
     Αυστηρός και πιεστικός, δόγμα και πρόγραμμα του: όλα τ’ άψυχα ιδιοκτησία του, κι όλα  που ’χαν  ψυχή, στην δούλεψη του. Το αίσθημα του ευδαιμονισμού κυβερνούσε την ψυχή του κοτζαμπάση Δημήτρη Τσολάκογλου, έβρισκε την ευτυχία στον πλούτο και γενικά στην δική του κατάσταση. Όλα ήταν καλά γι’ αυτόν στον κόσμο τούτο, όπως τα’ φτιάξε ο Θεός.
         Έτσι έχουν να λένε. Το σπίτι του στη Ρεντίνα, ήταν σαν κάστρο απ’ έξω, παλάτι από μέσα. Κάστρο με τα ψηλά τείχη και τα μικρά του παράθυρα, που αρχινούσαν απ’ το δεύτερο πάτωμα, σαν στενές πολεμίστρες.
     Υπηρέτες, παραγιοί, παρακόρες και παραδουλεύτρες κυκλοφορούσαν συνεχώς στην αυλή και άλογα πλουσιοσελωμένα, που ρουθούνιζαν τον αέρα και  χλιμίντριζαν χτυπώντας το λιθόστρωτο με τις όπλες τους, μουλάρια φορτωμένα κι άλλα ξεφόρτωτα. Η μέσα πόρτα του πύργου δεν έκλεινε ποτέ. Η έξω έκλεινε μόνο τη νύχτα, με διπλές βαριές αμπάρες.
     Ο πύργος αυτός πυρπολήθηκε  το 1822 από τον Καραϊσκάκη  για στρατηγικούς λόγους, ώστε να μην αποτελεί κατάλυμα και αμυντικό προμαχώνα των Τούρκων.
      Ο μεγαλοκοτζαμπάσης χαιρόταν την αρχοντική και πλούσια ζωή του στο κονάκι του, χωρίς να ζητήσει από το ριζικό τίποτε περισσότερο. Το μοναδικό του πάθος, οι γυναίκες, το ικανοποιούσε με το παραπάνω, χάρη στο χρήμα και τη δύναμη του.
     Θα ήταν δύσκολο και αρκετά επικίνδυνο στον πατέρα ή το σύζυγο, να θυμώσει για την τιμή που ’κανε ο άρχοντας στην κόρη ή την γυναίκα του. Τίποτε τέτοιο δεν έγινε όμως ποτέ με τον Τσολάκογλου, που απέφευγε συστηματικά τα θηλυκά των τζαναμπέτηδων αρσενικών, βαριόταν τις μπλεξούρες.
     Η μετρημένη απλοχεριά του, η αρχοντιά και η ομορφάδα του πα-ρουσιαστικού του, τον έκανε συμπαθέστατο σ’ όλο τον κόσμο. Στάθηκε χρήσιμος και η ζωή του δεν πέρασε ανωφέλευτη απ’ τη γη, σαν διοικητής δε, δείχθηκε σκληρός, προνοητικός και διπλωμάτης.
     Με τους Τούρκους τα ’χε πολύ καλά, κρατούσε σχέσεις φιλικές, ικανοποιώντας με άφθονα πεσκέσια  και δοσίματα την πλεονεξία τους, κι εκείνοι τον άφηναν ήσυχο στο καματερό του.
     Όταν ο Αλή Πασάς, βλέποντας τον τόσο υποταχτικό του καλόβολο,του πρότεινε να συνεργαστεί στενότερα με την διοίκηση, για να χτυπηθεί η κλεφτουριά, που λυμαινόταν τα Άγραφα.
     Για το ρωμαίικο  δεν πολυνιαζόταν ο Τσολάκογλου, μόνο που η μπόρα του ξεσηκωμού θα παρέσερνε κι αυτόν και την ευτυχία του. Έβλεπε κιόλας τι στέρνα του αδειανή, το κονάκι του πυρπολημένο, τα κτήματα του  κουρσεμένα, την Τσολάκινα στο χαρέμι κάποιου πασά και τον εαυτό του κρεμασμένο σ’ ένα πλάτανο στη Λάρισα.
     Γιατί ας το πούμε κι αυτό. Ο κοτζαμπάσης διοικούσε την Ρεντίνακαι  την γύρω περιοχή με μεγάλη αυστηρότητα Τόσο αυστηρά που έφτασε σ’ ένα τυπικό αμείλικτων, άγραφων νόμων.
     Έπρεπε να γίνεται πάντα το δικό του. Μια από τις ιστορίες, η πιο χαρακτηριστική για την εποχή του είναι η παρακάτω: Από τον κεντρικό δρόμο της Ρεντίνας δεν μπορούσε να περάσει παρακατιανός (άνθρωπος του λαού), όταν κάθονταν εκεί το αρχοντολόι,  οι προεστοί και οι πρώτοι του τόπου.
     Λέγεται ότι ο Τσολάκογλου ντυμένος με τ’ ακριβά τα ρούχα του, όλο ομορφιά και καμάρι-είχε μίαν απερίγραπτη ευαισθησία στο ντύσιμο του-, καθόταν  ένα πρωινό με τους άλλους προεστούς της Ρεντίνας στον πλάτανο της κεντρικής πλατείας του χωριού.
     Όσο καθόταν εκεί στον πλάτανο οι προεστοί  και οι πρωτόγεροι, κι όλοι με τ’ ασημένια μαλλιά, κανένας του λαού δεν είχε το δικαίωμα να περάσει από τον δρόμο της πλατείας. Έπρεπε να λοξοδρομήσει.
     Κάποτε έγινε και τούτο το παράξενο και περίεργο, ένα παλικαρόπουλο ίσαμε κει πάνω, καμιά εικοσιπενταριά χρονών, ο Θωμάς Καντάρας τ’ όνομα του, απεφάσισε να πατήσει κείνο το πρωινό τον άγραφο νόμο. Πέρασε μπρος από τους προεστούς.
     Κατάπληκτοι στέκονταν οι γέροντες, όταν ο Τσολάκογλου σηκώθηκε απάνω και φώναξε τον Ρεντίνα. Ο νεαρός πλησίασε και τότε με μια γροθιά ο προεστός τον έριξε καταγής.
     «Να δεις κι εγώ με τι τρόπο θα σε χτυπήσω» είπε το παλικάρι στον προεστό. Έφυγε αμέσως στο βουνό, ενώθηκε με τον αρχιληστή Γκολέκα και του είπε το σχέδιο του. Τον χινόπωρο του 1802 ο ληστής μαζί με τον Θωμά Καντάρα, κατέβηκαν στην Ρεντίνα και  άρπαξαν την κοτζαμπασίνα Τσολάκινα.
     Σαν φτάσανε οι ληστές στα λημέρια τους, ζυγίσανε την αρχόντισσα και στείλανε μήνυμα στον Τσολάκογλου: πενήντα έξη πουγκιά, δηλαδή πεντακόσιες οκάδες ασήμι γύρευαν για  λίτρα - είκοσι οκτώ  χιλιάδες ασημένια γρόσια.
     Ο κοτζαμπάσης Τσολάκογλου πρόσταξε να μην κυνηγήσει κανένας τους ληστές, για να μαζέψει το ασήμι που του γύρευαν αναγκάστηκε να δανειστεί από φίλους του και να πουλήσει τα τσιφλίκια του που είχε στον Πύργο Ιθώμης, στους πρόποδες της οροσειράς των Αγράφων. Δώσανε λοιπόν το ασήμι στους ληστές και πήραν την αρχόντισσα γυναίκα.
     Όλα τα καλά, ωστόσο, έχουν ένα τέλος. Ύστερα από καιρό βλέπεις  πανάρχαια ιστορία, ο άνθρωπος τό 'χει έτσι να κυνηγά την μοίρα του, ν'ακολουθεί το πεπρωμένο του.
   Ο κοτζαμπάσης Τσολάκογλου με εντολή του Χουρσίτ Πασά, απαγχονίστηκε στην Λάρισα στις 8 Ιούλη  του  1822                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                           


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου