Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Όταν ο Αλή Πασάς επισκέφτηκε την Ρεντίνα


     Ο τύραννος των Ιωαννίνων Αλή Πασάς, επόπτης των δερβενίων της Ρούμελης, το 1817 έφθασε στα λουτρά Σμοκόβου για λουτροθεραπεία, από εκεί ανέβηκε για επίσκεψη στην Ρεντίνα και έκατσε τρεις μέρες.
      Άλλα είχε στον νου του ο πονηρός Αλής Πασάς, ήταν η εποχή που η πεντάμορφη κόρη του άρχοντα Τσολάκογλου μεγάλωσε, κι είχε γίνει της παντρειάς. Όταν ήρθε η είδηση ότι ο Αλή Πασάς ανεβαίνει στην Ρεντίνα και έχει φτάσει στην Πουρνόβρυση, αμέσως ο Τσολάκογλου υποψιάστηκε κ’ έκρυψε την κόρη του σε ένα μπουντρούμι, αφού της άλειψαν το πρόσωπο της με κατράμι και με στάχτες, να παριστάνει την άρρωστη.
     Τ’ απογευματάκι που έφτασε στο χωριό ο Αλή Πασάς. Πήγε στον πύργο του Τσολάκογλου, που ’ταν ένα πραγματικό παλάτι. Ντυμένος μεγαλοπρεπέστατα, όπως συνήθιζε πάντοτε και του άρεσε, ο γέρος Αλής με την εντυπωσιακή λευκή μακριά γενειάδα του, παχύς, κοιλαράς, με την Αρβανίτικη πονηριά ζωγραφισμένη στο ροδοκόκκινο πρόσωπό του και τα ασημένια πιστόλια, κατέβηκε από το μουλάρι, βοηθούμενος από τους σωματοφύλακες του.
     Όπως πάντοτε όταν ξεσηκωνόταν για περιοδεία, έπαιρνε μαζί του ολόκληρη συνοδεία, από γιατρούς, σωματοφύλακες, γραμματικούς και πολλούς αξιωματούχους της αυλής του. Μαζί του κουβαλούσε όλη την Ανατολίτικη χλιδή, μαξιλάρια ανάλαφρα, με χρυσοκέντητες άκρες και κρόσσια χρωματιστά, ναργιλέδες, γούνες, σκηνές και παλλακίδες που η κάθε μια είχε για δουλεία της να περιποιείται τον Αλή.
     Θαύμασε τα πλούτη και είπε «μπίρομ’ Τσολάκ’, το δικό σου κονάκι είναι καλύτερο από το δικό μου!!».«Αφέντη μου, δικό σου είναι κι αυτό» απάντησε ο κοτζαμπάσης Τσολάκογλου.
     Στην συνέχεια ο Αλή Πασάς ρώτησε «δεν έχεις χαρέμ’; παιδιά δεν έχεις;». «Έχω εδώ την γυναίκα μου, τον γιο μου και την κόρη μου ο άλλος μου γιος σπουδάζει στην Πόλη» είπε ο Τσολάκογλου. «Πούνε τ’ όμορφο κορίτσι σ’;» ξαναρώτησε ο Αλής, «λογαριάζω να την πάρω στο χαρέμι μ’». «Να συγγενέψουμε κιόλας μπρε αφέντη μ’». «Είναι άρρωστη από βαρεία αρρώστια πασά μου», απάντησε ο κοτζαμπάσης. «Θέλω να την δω μπίρομ’». «Πολυχρονεμένε  αφέντη μου κολλάει η αρρώστια της». «Ας κολλήσω, αν αυτό είναι το κισμέτ’».
     Τότε ο Τσολάκογλου οδήγησε τον Αλή στο μπουντρούμι. Είδε το κορίτσι ο πονηρός και πανέξυπνος γέρος Αλής και κατάλαβε. Οργί-στηκε όμως μα δεν είπε τίποτα.
     Ο Τσολάκογλου που είχε αρραβωνιάσει την κόρη του με παιδί των Κοντογιανναίων από την Σπερχειάδα Φθιώτιδας, τους μήνυσε λοιπόν, το ίδιο βράδυ, αμέσως να ’ρθουν κρυφά να την πάρουν. Ήρθαν από το δρόμο του Μοναστηριού, αφού έδεσαν με πανιά τα πόδια των αλόγων για να μην ακούγονται, πήραν την κόρη και έφυγαν, χωρίς να τους πάρει χαμπάρι κανείς.
     Στην είδηση δε ότι θα ερχόταν ο τύραννος των Ιωαννίνων οι προύχοντες και οι κάτοικοι της περιοχής, άρχισαν να συζητούν πως θα αντιμετωπίσουν τον φοβερό Αλή Πασά. Άρχισαν να ετοιμάζουν τα μπαξίσια, τα δώρα τους και τα έξοδα της φρουράς του.
     Τον ιδιόρρυθμο Αλή Πασά, που τα καπρίτσια του και οι ιδιοτροπίες του δεν είχαν όριο, τον φιλοξένησε στον πύργο του ο κοτζαμπάσης Τσολάκογλου, όπου την άλλη μέρα καθισμένος πάνω στην λιονταρίσια προβιά σε ένα απαλό σοφά  στον μεγάλο λαμπροστολισμένο οντά, με την βαριά γούνα, που πάρ’ όλη την ζέστη συνήθιζε πάντοτε να φοράει, πλημμυρισμένος από ωραία κεντημένα μεταξωτά μαξιλάρια, με το θρυλικό από τριάντα ένα μεγάλα μαργαριταρένια και δύο σμαράγδια κομπολόγι στο χέρι και ανεβοκατεβάζοντας το κορμί του καθώς σιγορούφαγε τον ναργιλέ του και σιγόπινε τον συνηθισμένο καϊμακλίδικο καφέ του, δέχτηκε τους προκρίτους.
     Το απομεσήμερο ο ήλιος ώρες μόνο ήθελε να βασιλέψει, καβάλα στην περήφανη αράπικη λευκή φοράδα του, με συνοδεία των σωματοφυλάκων του, των γραμματικών του και τον άρχοντα Τσολάκογλου βγήκε στον κεντρικό δρόμο να γνωρίσει την κωμόπολη, στο πέρασμα του όλοι έσκυβαν τα κεφάλια και τον προσκυνούσαν, σε όλους δε έκανε εντύπωση το τραχύ ύφος του όταν τους χαιρετούσε με μια χειρονομία του χεριού του.
     Προχωρώντας έφτασε ως την βρύση την «Μεγάλη» και εκεί σταμάτησε, στα μάτια του παίζει η πονηράδα, έριξε μια ερευνητική ματιά, κοίταξε τον Τσολάκογλου και του είπε γελαστά, «έχετε όμορφο και υγιεινό χωριό και όπως γνωρίζω είστε άνθρωποι καλοί και νομοταγείς, ορέ Γκούλια».
     Την επόμενη μέρα το πρωί ο Αλή Πασάς ξύπνησε νωρίς, κατά την συνήθεια του, και διέταξε να του ετοιμάσουν να ανεβεί στην γνωστή τοποθεσία «Λαύριο» στο Καρφί.
     Ο Αλής με την κουστωδία του ξεκίνησε για το Λαύριο, κατέβηκε αργοκίνητος την σκάλα και ετοιμάσθηκε να καβαλικέψει το σελαχοχαληνομένο και περήφανο άλογο του τον Ντορή, που φρυμάτιζε στην αυλή χτυπώντας το λιθόστρωτο με τις όπλες του.
     Ολόγυρα του πολλοί Αρβανίτες ντυμένοι στα άρματα και τα τσαπράζια, χοντρός όπως ήταν και με πόδια κοντά, τον βοήθησαν να ανεβεί στο άλογο και με την συνοδεία Αρβανιτών σωματοφυλάκων άρχισε να ανεβαίνει στην βουνοπλαγιά, ενώ από ψηλά ακουγόταν πυκνοί πυροβολισμοί της φρουράς του.
     Όταν έφθασε στο Λαύριο η φρουρά του έστησε τον καταυλισμό, σε ένα παχύ ίσκιο κοντά στο κεφαλόβρυσο, ήταν ένα μεγάλο μέρος ανοιχτό, με καλή θέα, ίσιο και λάγνα φύση, που προσφερόταν  για αναψυχή.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου