Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Τα νεώτερα χρόνια-το πρόσφατο παρελθόν


Στην συνέχεια το τέλος της αναφοράς μου, θα το αναζητήσουμε περίπου στις μέρες μας και στο πρόσφατο παρελθόν. Η Ρεντίνα στα κατοπινά χρόνια για άλλη μια φορά αγγίζει την Ιστορία, υπήρξε η καρδιά της Εθνικής Αντίστασης. Στήθηκαν και πάλι περίλαμπρα τρόπαια λεβεντιάς σε όλα τα βουνά του περήφανου αυτού τόπου, έστω και αν η σημερινή γαλήνη του τοπίου, τίποτε δεν προδίδει από την ζωντάνια της Ελεύθερης Ελλάδας και την μεγαλειώδη δράση εκείνης της εποχής.
     Στην νεότερη περίοδο του 1941-44 το κίνημα της αντίστασης σήκωσε τις καρδιές των Ρεντινιωτών, οι κάτοικοι του χωριού συμ-μετείχαν στην Εθνική Αντίσταση, δίνουν τον μεγάλο αγώνα για την χιλιάκριβη τη λευτεριά, με επικεφαλής τους Ρεντινιώτες αντιστα-σιακούς Καπετάν Ζαχαράκη (Χαρατσάρης), Καπετάν Λεπούχη (Κουτσής), Καπετάν Φαρμάκη (Παπαστεργίου), Καπετάν Γρίβα (Μπάρλας), Καπετάν Μενέλαος (Τσιατάλας), Καπετάν Γκούρας (Χαϊδάς) και ο Καπετάν Κολοκοτρώνης (Ραμαντάνης).
     Από το 1941 έως το 1944 όλη η Ελλάδα αντιστέκεται  στην Γερ-μανική μπότα, που ’χει πατήσει γερά το κορμί της χώρας. Τα λημέρια των κλεφτών και των καπεταναίων στα Άγραφα ξαναζωντανεύουν, για να γίνουν αυτή τη φορά αντάρτικα καταφύγια.
     Από το καλοκαίρι του 1941, προτού να γίνει το Ε.Α.Μ., οι Ρεντινιώτες είχανε σηκώσει «μπαϊράκι». Στην ανταρτωμάνα Ρεντίνα οργανώνονται τα πρώτα τμήματα ένοπλης Αντίστασης στον κατακτητή. Είναι δε απόλυτα αληθινό ότι στα χρόνια αυτά της μαύρης κατοχής, δεν υπήρξε Αγραφιώτης, που να μην πήρε μέρος στην αντίσταση.
     Επιγραμματικά  θα μπορούσαμε να πούμε, ότι από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, ο «ατίθασος» Αγραφιώτης έδωσε τα πάντα για την ανεξαρτησία του και τη λευτεριά του. Κι αυτό, γιατί πάντα θέλησε να ζήσει  απροσκύνητος», είναι δε γνωστό αυτό και αντιστοιχεί με την ιστορική διαδρομή του.
     Οι κάτοικοι των Αγράφων  είχαν πάντα την παραδοσιακή φήμη των ελεύθερων, ανυπάκουων  και απειθάρχητων. Είχαν διατηρήσει την αυτονομία τους σε όλη την διάρκεια της δύσκολης εποχής Τουρκοκρατίας, τότε που άναψαν τη φλόγα και πήραν μέρος ενεργά στην επανάσταση του εικοσιένα.
     Και τούτη τη φορά αισθάνονται την ηθική υποχρέωση, να υπερασπιστούν  το ένδοξο παρελθόν τους.  Παλιά δουλειά για τους Ρεντινιώτες ο πόλεμος, οι Γερμανοί δεν έφτασαν ποτέ στην Ρεντίνα, η εθνική αντιστασιακή εποποιία είχε αρχίσει. Αχολογούν οι ρεματιές και αντιλαλούν οι λόγκοι, το περίφημο συγκρότημα «Μενελαϊδα», όπου τριάντα νέοι Ρεντινιώτες αγωνιστές και ο οπλισμός τους αποτέλεσαν μέρος των μονάδων του ΕΛΑΣ.
     Η Εθνική Αντίσταση φουσκώνει τα στήθια όλων των Ελλήνων, ο μεγαλειώδης αγώνας  προκαλεί τον θαυμασμό και  περηφάνια, πέρασε δε στη μνήμη του λαού μας αποτυπωμένος στα λόγια του Αντιστασιακού ποιητή, «που ’σαι Πατρίδα σίμωσε να κλάψεις τα παιδιά σου, έλα ν’ ανάψεις το κερί σα φάρος να φωτίσει, για να γνωρίσουν οι λαοί στα πέρατα του κόσμου, πως η Ελλάδα γέννησε καινούργιο εικοσιένα».      
     Όμως η ώρα της λευτεριάς ήταν πολύ κοντά, λίγους μήνες αργότερα η Ελλάδα, θα ελευθερωνόταν από τους κατακτητές. Δεν θα προλάβει όμως να χαρεί, γιατί αμέσως ξέσπασε σαν άγρια κατάρα και παραφροσύνη, ο φοβερός εμφύλιος καταστροφικός πόλεμος.
    Ήταν η εποχή που έχανε η μάνα το παιδί και ο σκύλος τον αφέντη και ο αδελφός δεν γύριζε να δει τον αδελφό. Σκληρός, αιματηρός και πολύνεκρος ήταν αυτός ο πόλεμος για τον τόπο μας, ο εμφύλιος, που εξελίχθηκε σε ένα πραγματικό σπαραγμό και προξένησε ανείπωτα πένθη και πάθη.
     Το μεγάλο αυτό μακελειό ανάμεσα στους αντίπαλους, ας μην πούμε εχθρούς, αφού όλοι τους ήταν Έλληνες, μόνο  που ο καθένας πίστευε σε κάτι άλλο, έφερε τη χώρα πολλά χρόνια πίσω.
     Ο εμφύλιος σπαραγμός διήρκησε από το 1946 έως τον Σεπτέμβρη του 1949. Μετά την λήξη του το 1950 το χωριό βρέθηκε διαλυμένο, αφού έχασε ένα μεγάλο μέρος του άλλοτε ενεργού πληθυσμού και μαζί την ζωντάνια του. Οι κάτοικοι για να περιμαζέψουν τα συντρίμμια που άφησε ο απεχθείς και αποτρόπαιος πόλεμος, προσ-πάθησαν μήπως μπορέσουν να ξαναστήσουν όρθια τα όνειρα της ζωής, έπρεπε να ξαναχτίσουν τα σπίτια τους απ’ αρχής, ν ’αρχίσουν τη ζωή από το τίποτα. Τα παλιά καλά τους ήταν σαν όνειρο αγύριστο.
     Δύσκολα όμως ξαναπαίρνει  τ’ απάνω του ο τόπος. Αργεί, με κόπο και ψυχομαχητό  ξαναφτιάχνεται  και χρειάζονται χρόνια, μα! έτσι το θέλει ετούτος ο κόσμος, κι οι πιο κακές λαβωματιές έχουνε την γιατρειά τους. Με τα χρόνια περνάνε κι απολησμονιούνται κι οι καημοί, κι οι πίκρες, κι όλο καινούργιες έρχονται, για να λησμονηθούν κι εκείνες μπροστά σ’ άλλες. Έτσι είναι, εγώ που σας τα λέω, όλα  ν’ απολησμονιούνται στου χρόνου τα γυρίσματα.
     Δεν πρέπει  όμως να ξεχνάμε πως ένας πόλεμος είναι πόλεμος, ενώ ένας εμφύλιος πόλεμος είναι έξω από τα όρια του λογικού είναι παραφροσύνη και η διχόνοια πληγή του τόπου αυτού από τους πανάρχαιους χρόνους.


             
     



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου