Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Πρόσφατο προσκυνηματικό μεθύσι στο περιβάλλον της γενέτειρας

   Νεραϊδοκαμωμένη αρχόντισσα η Ρεντίνα το καλοκαίρι σε γοητεύει με το χρυσοπράσινο πέπλα της, σε μαγνητίζει με μια αιθέρια λάμψη της και σε μεθά με τα μύρα της και τα ολόδροσα θέλγητρα της.
   Στο πρώτο γλυκοφέγγισμα έσβησαν τα πρώτα αστέρια στην ανατολή, χαράματα την ώρα που η ροδοδάχτυλη χαραυγή σκορπίζει ροδοπέταλα στον μακρινό ορίζοντα, βάφοντας τις πλαγιές γύρω σαν με χίλια χρώματ
   Ξημέρωσε πια ο Θεός τον κόσμο, θαμποχαράζει η ανατολή και ρόδισε η αυγούλα. στ' ακρούρανα σέρνεται κιόλας μια τριανταφυλλιά, γραμμή, η μέρα παίρνει να χαράζει. Σε λίγο προβάλει μια υπέροχη σύνθεση με άπλετο φως αχνορόδινο, που σκόρπισε στις πλαγιές, στα ουρανοθέμελα, στα κορφοβούνα.
   Ήταν ένα όμορφο πρωινό, δροσάτο και λιοπερίχαρο σαν  ξεκίνησα  μια βόλτα για την εξοχική φύση, καθώς περπατώ κελαηδούνε τα πουλιά, ο τόπος έρημος, ψυχή ζώσα. Με πήρε το παράπονο και το τραγούδι αρχίζω «ρημάξανε τα διάσελα κι οι στράτες ερημώσαν…»
     Καθώς ανεβαίνω βλέπω στην ανεμοράχη και στις πλαγιές τα έλατα να χαιρετούν απέναντι τις ομορφοστολισμένες οξιές και μέσα  στα δασιά πουρνάρια, μερικά κυκλάμινα να προβάλουν τον ευγενικό ανθό τους.  Ακούγονται  γύρω μου πουλιά  που φτερακίζουν αλλάζοντας κλωνιά και  μέσα στις τρύπες λουφάζουν σαν ναρκωμένες οι σαύρες, έτοιμες να γλιστρήσουν  σαν ακουστεί βήμα.
      Οι λαγκαδιές  πέρα θαμποπρασινίζουν  απ’ τα στερνά απόφωτα που είχαν ξεμείνει κατά την δύση, κι ένα φως γαλακτερό κατά την ανατολή. Ύστερα σιγά σιγά, άστραφτε κίτρινο κι απλωνόταν όλο ψηλότερα κατά τον ουρανό.
      Περίλαμπρη μέρα σήμερα, σωστό γιορτάσι η λιακάδα ενώ ανάλαφρα φυσά περίεργα ένα μαλακότατο αεράκι, τώρα είναι καλοκαίρι, Αύγουστος, κι είναι χαρά Θεού, χαρά του ανθρώπου!
     Μεγάλη ήταν η λαχτάρα μου ν’ ανέβω στα ψηλώματα. Λαχτάραγα τα κορφοβούνια, όλο το βόσκαγα μέσα μου αυτό το όνειρο κι όλο άπιαστο ήταν. Και να σήμερα τα καταφέρνω.
     Από τις λαγκαδιές μέσα ξεσερνόταν το πρωινό αγέρι, που έκανε τα πουλιά να ξυπνούν  και τα φύλλα να λιανοτρέμουν.  Ώσπου ξεμύτισε πια κι ο ήλιος και βρέθηκε ολόβολος βουτηγμένος σ’ ένα κόκκινο φως.
     Λιγωνόταν η μέρα. Στην βουνοπλαγιά χάθηκαν τα βυσσινιά, και τα μαλάματα απλώθηκαν στα ουρανοθέμελα. Χαρά Θεού μέρα. Το μονοπάτι φιδοσερνόταν νοτισμένο  κι η δροσιά γυάλιζε στο πρωινό φως, κι  οι σπίνοι κρυμμένοι στις τούφες ζερβόδεξα, τρομάζουν στο διάβα μου και ξεσηκώνονται σμάρι, ν’ αλλάξουν κλαδί.
     Φθάνω  στην Τρεμούλα, εδώ τα σιάδια και τα ισιώματα είναι πολλά. Σταμάτησα  κι αγναντεύοντας όρθιος στα χαμηλά, τον δρόμο που είχα κάνει.  Ήταν όμορφα εδώ και μου άρεσε, στρώθηκα καταγής να πάρω μια ανάσα ν’ απολαύσω.
     Άμαθος από τόσο ανήφορο κοντανασαίνοντας στάθηκα να ξαποστάσω λιγάκι, κάπου μια ώρα δρόμο είχα κάνει χωρίς να νιώσω
 την κούραση. Ένιωσα τώρα να βαραίνει όλο μου το κορμί, ήθελα να σκύψω μπρούμυτα στο νερό και να ποτιστώ και να βρω χορτάρι αμάλαγο  ν’ απογείρω, πεινούσα κιόλας.
      Ανακλαδίστηκα κάθισα χάμω, έστρωσα έπειτα ένα μαντήλι μπρος τα πόδια μου, κι έβγαλα  το τυρί και το ψωμί. Ο δρόμος ανοίγει την όρεξη, ούτε θυμάμαι άλλη φορά  τέτοια όρεξη.
     Ξεκουράστηκα για λίγο, πείρα μια βαθιά ανάσα, για να υποκύψω στον νέο πειρασμό. Πιο πάνω περιμένουν αντίστοιχες ομορφιές χωρίς υπερβολικές δόσεις «τουριστικής ανάπτυξης».
      Έπειτα καθώς συνεχίζω την ανηφόρα για το Ζαχαράκι, ένα μαγευτικό τοπίο ανεπιτήδευτης απλότητας και ακατέργαστης φυσικής ομορφιάς, είδα το μόσχο κίτρινο την ρίγανη ανθισμένη, βρήκα κι έναν αμάραντο στην πέτρα φυτρωμένο.
     Ειδυλλιακές εικόνες απόλυτης ομορφιάς και καθώς ανεβαίνω προς τις αετόσκαλες κορυφογραμμές, το δροσερό αεράκι ολόδροσο, χλιο  σαν χάδι στο πρόσωπο μου, μυρωμένο με ρίγανη φουσκώνει τα στήθη και ορθώνει την ψυχή μου.  Ηδονή το ανάσασμα, μέθυσμα ο αέρας.
      «Όλα γυμνά τριγύρω μου, όλα γυμνά εδώ πέρα, εδώ είν’ ο ίσκιος όνειρο, εδώ χαράζει ακόμα, εδώ τα πάντα ξέστηθα, κι αδιάντροπα λυσσάνε, ρουμπίνια εδώ, μαλάματα, μαργαριτάρια ασήμια, … όλα γυμνά τριγύρω μου, όλα γυμνά εδώ πέρα, λαγκάδια, βουνά ακροούρανα, ακράταγη είναι η μέρα»…, οι υποβλητικοί στίχοι του ποιητή- από την Πολιτεία και Μοναξιά- σφυροκοπούν ανηλέητα την διεγερμένη φαντασία μου και διαποτίζουν με δονούμενο εγκεφαλισμό τον αισθησιασμό μου.
     Στην χαρισάμενη αυτήν εποχή του καλοκαιριού μια ολόκληρη μέρα βρίσκομαι  μέσα σε απροσμέτρητα χρώματα, ρεμβάζοντας με μάτια  στυλωμένα στην γαλήνη και την μενεξελιά δόξα του ουρανού. Φθάνω στο Ζαχαράκι. Αλλιώτικη μου φαίνεται από εδώ  η Ρεντίνα! Στα χαμηλά που είναι χτισμένη, σωστή ζωγραφιά!, χωριό κεφαλοχώρι.
     Κοντοστάθηκα πέφτω σε  συλλογή και στοχάζομαι, ύστερα ψέλλισα μέσα από τα φυλλοκάρδια μου με καημό: Εσύ όμορφο χωριό, εσύ γλυκιά Ρεντίνα,, πως είσαι και πως θα γενεί μετά από λίγα χρόνια, όταν θα λείψουν κι οι παλιοί που τώρα σε κατοικούνε. Μια αγωνία με κρατεί κι ο στεναγμός με πνίγει!
      Εδώ στην μαγευτική μαγεία στο βουνό, μέσα σε όνειρο από φως  και χρώματα, στρώμα σου νιώθεις τα σύννεφα και ξαπλώνεις πάνω τους, αδέλφια σου τα αστέρια και μιλάς μαζί τους.  Εδώ πάνω όλα τ’ αγκαλιάζει το μάτι και τα κάνει δικά του. Εδώ είναι ο ουρανός και τ’ αψηλώματα, τίποτα άλλο.
     Τι συνέπαρμα είναι αυτό. Εδώ πάνω απ’ το κεφάλι σου δεν έχεις παρά τα όρνια και τους αϊτούς, που  αρμενίζουν αργά τα φτερά τους και που σκούζουν καμιά φορά κι αντιλαλεί η κρωξιά τους  σ’ όλα τα διάσελα.
     Καταμεσήμερο, ο ήλιος ζυγιαζόταν κορφουρανίς κι ούτε κάμα με καίει, μήτε ιδρώτας έσταξε, παρά δροσολογούμε στο γλυκό αέρι που έρχεται από τα έλατα  κι αφήνει την καρδιά μου  να χαίρεται και να ξαλαφρώνει. Άρωμα από ελατίσιο ρετσίνι έρχεται  με την αύρα μοσχοβολώντας. Κι αποξεχνιέμαι στη δροσιά, βουλιάζω και ονειρεύομαι…
      Αλησμόνητες στα αλήθεια στιγμές όσο κι αν κρατήσουν, διαρκούν πάντα λίγο μέσα σε αυτό το τόσο συνθετικό και ανεπανάληπτο μεγαλείο. Και αρχίζοντας να κατηφορίζω, φεύγω με την εντύπωση πως το ετοίμασαν, θαρρείς οι χάριτες για μένα αυτό το μεθυστικό γιορτάσι, για να με ανταμείψουν για τον κόπο να ανέβω ως εκεί.
     Γέρνει  ακόμη ο ήλιος, σηκώθηκα για φευγιό. Βαριά και πικραμένα γέρνει το κεφάλι μου καθώς, παίρνω αμείλικτος τον κατήφορο για γυρισμό.
    Ήταν η ώρα που μισοφέγουν ακόμη τα βουνά και που αρχινούν οι κοιλάδες να μαυρίζουν. Η μέρα πήγαινε να σωθεί κι ο ήλιος έλεγε να βασιλέψει. Μέσα από τα λαγκάδια, από τους βράχους κι από τα βουνά, μαζί με των δέντρων τις μυρωδιές και τ’ αρώματα  των λουλουδιών, έβγαιναν κρυφοί, μυριάδες αναστεναγμοί.
      Κοντόβραδο, πέρασε η ώρα άργησα, καιρός να του δίνω. Αρχίζει να σουρουπώνει καθώς ξεκινώ για την επιστροφή στο χωριό, στον δρόμο μου συναντώ τραγουδιστές πηγές και βρυσούλες, πίνω δροσερό νερό και ξεδιψώ, η ίδια πηγή συνεχίζει αέναα το κελάρυσμα της, αληθινός ύμνος στον ατέρμονα κύκλο της αιωνιότητας και οι κληματσίδες και τα αναρίθμητα αγριολούλουδα μοσχοβολάνε γύρω μου.
     Την άνοιξη τώρα το καλοκαίρι τώρα στολίζει ο Θεός τη γη μ’ εννιά λογιών λουλούδια και αηδόνια και κοτσύφια υψώνουν σιντριβάνια τις τρίλιες τους. Είναι έμπνευση μοναδική σαν πετύχεις αυτή τη φύση στην πιο καλή της ώρα.
     Να ’χεις χίλια  μάτια να βλέπεις αυτή την ουράνια γιορτή. Όμορφος που ’ναι ο κόσμος! Όμορφος που’ ναι Θεέ μου! Αισθάνομαι κατάβαθα πόσο ακριβή είναι η κάθε στιγμή που περνάει πανωθέ μου και θέλω να τη σταματήσω και να της πω: σ’ ένιωσα, σε χάρηκα και σ’ ευχαριστώ!
     Κοντά στην υπέροχη αυτή τελετουργία της μυστικής ζωής της φύσης, που σου παίρνει  την ψυχή και την αψηλώνει, διακρίνεις και τον αδιάκοπο ανθρώπινο μόχθο που έχει αφήσει παντού τα σημάδια του. Που και που κάποιος γεωργός επιμένει να σκάβει ακόμα το χώμα, ενώ ο γείτονας του πιο πέρα βόσκει ανέμελα τις λιγοστές κατσίκες του.
     Εδώ η ζωή μετράει τα βήματα του χρόνου με το δικό της μέτρο, εδώ ο χωροχρόνος ακολουθεί το δικό του ρυθμό. Εδώ είναι κρυμμένες και οι τόσες μνήμες, μακριά από την οχλοβοή της πόλης και την πνι-γερή ατμόσφαιρα των καυσαερίων.
     Εδώ το τοπίο είναι γαλήνιο τυλιγμένο μέσα στην γνήσια ομορφιά του, δάση, βουνά, πουλιά λουλούδια, κρύα νερά, δροσερός αέρας. Εδώ οι γρύλοι παίρνουν τη βάρδια από τ’ αηδόνια και δημιουργούν μια ατμόσφαιρα μεθυστική.
     Οι ώρες γύρισαν όπως οι μέρες, ο ήλιος πλησιάζει προς το τέλος της τροχιάς του για σήμερα, ξέφτισε, το σούρουπο δίνει τόπο στην νύχτα που σίμωσε, μεγαλώνουν οι ώρες είναι ώρα για γυρισμό. Πήρα το δρόμο του γυρισμού, τ’ απόγευμα είναι γλυκό, η δυσμική φλόγα του ήλιου χρωματίζει τον δρόμο με ζωηρή πορτοκαλιά φεγγοβολιά, που γίνεται ρόδινη, πορφυρή, χρυσαφή. Οι λαγκαδιές πέρα θαμποπρασινίζουν απ’ τα στερνά απόφωτα που ’χουν ξεμείνει στη δύση.
     Σιγά σιγά τα χρώματα χλόμιασαν, η φύση γύρω άξαφνα γίνεται μουντή, ο ήλιος έχει βασιλέψει κι αρχίζει να πέφτει μαλακά το σούρουπο, όλα γίνονται ξέθωρα κι ασύστατα. Όπως πύκνωσε το από-βραδο, τα φυλλώματα γυρωτρόγυρα παίρνουνε απίθανες διαστάσεις και τα πουλιά κούρνιασαν στις φωλιές τους κι η νύχτα απλώνεται ανεπαίσθητα.
     Λίγο λίγο κατεβαίνει η νύχτα από ψηλά κι αγκαλιάζει την μέρα. Η μέρα λιγοθύμησε. Τ’ αγκάλιασμα όλο και γίνεται πιο σφιχτό, η μέρα έσβησε  πάει.
       Ξεθαρρεύονται και οι οσμές. Κοντανασαιμιές και θροΐσματα φύλλων, τριξίματα των κλαδιών, ως να τεντώνονται τα δέντρα  μέσα στη δροσιά ύστερα από το πύρινο μούδιασμα της μέρας.
     Σε λίγο στην ανατολή το φεγγάρι πρόβαλε κοκκινωπό και πέρα στη δύση ο αποσπερίτης άναψε το μέγα  λαμπρό φως του. Πάνω στον ουρανό φάνηκαν τ’ αστέρια το ένα ύστερα από τ’ άλλο και στέκουν ασάλευτα και κεντούν πια τον ουρανό, γύρω τρίζουν γρύλοι και ακούγεται  μονότονα ο κούκος και  η πένθιμη φωνή του γκιώνη που ψάχνει τον αδελφό του, ενώ πιο πέρα θροΐζουν μυστηριωδώς τα φυλλώματα της οξιάς και κλαυθμυρίζει η κουκουβάγια.
      Τα τριζόνια  άρχισαν να τρίζουν, είναι τα τζιτζίκια της νύχτας. Σαν σταμάτησαν τα τζιτζίκια να τραγουδούν τη μέρα αρχίζουν αυτά και συνεχίζουν. Είναι η βραδινή προσευχή που κάνουν κι αυτά τα μικρού-λια ζουζούνια στον Ύψιστο, που τα δημιούργησε.
      Η νύχτα αγάλι αγάλι στην συνέχεια κατέβηκε αλαφροπερπα-τώντας ήσυχα και κάλυψε τον όμορφο τούτο κόσμο. Κι ύστερα ένα φεγγάρι αφάνταστο  έσπασε και χύθηκε σε ασημένιο νάμα και φώτισε εκείνη τη νύχτα, που ’λεγες ότι  έλιωναν ασήμια, ασήμια παντού γύρω και που αν ξέσπαγε κάπου κάποια κραυγή, θα ’σπάζαν όλα. Τόση ήταν η μαγεία.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου